«Το σπίτι που νόμιζα πως ήταν δικό μας, είχε περάσει κρυφά μόνο στο όνομά του — κι εκείνο το βράδυ πήρα την κόρη μου και έφυγα»
«Τι είναι αυτό, Στέλιο;» του είπα και του πέταξα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι, δίπλα στο πιάτο με τις φακές που είχαν ήδη κρυώσει.
Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, σήκωσε το κεφάλι αργά από την καρέκλα της. Ο Στέλιος δεν μίλησε αμέσως. Μόνο κοίταξε τα χαρτιά, μετά εμένα, και έτριψε το μέτωπό του σαν να τον ενοχλούσα για κάτι ασήμαντο.
«Μαρία, χαμήλωσε τη φωνή. Η μάνα μου είναι εδώ.»
Αυτό είπε πρώτο.
Όχι «να σου εξηγήσω». Όχι «συγγνώμη». Αυτό.
Έμεινα να τον κοιτάω και για λίγα δευτερόλεπτα ένιωσα σαν να μην ήξερα αυτόν τον άνθρωπο. Δέκα χρόνια γάμου. Ένα παιδί. Ένα σπίτι που καθάριζα, μαγείρευα, φρόντιζα σαν να ήταν το κέντρο του κόσμου μου. Και τελικά δεν ήταν σπίτι μας. Ήταν ένα χαρτί περασμένο μόνο στο όνομά του, πίσω από την πλάτη μου, για να κλείσουν -λέει- κάτι παλιά χρέη του πεθερού μου και να μη μπλέξουν με πιστωτές.
Το έμαθα τυχαία. Πήγα στη ΔΕΗ με μια εξουσιοδότηση για να αλλάξω κάτι στο λογαριασμό και εκεί, μέσα στη συζήτηση, μου ξέφυγε μια υπάλληλος: «Αφού ο ιδιοκτήτης είναι ο κύριος Στέλιος μόνος του…»
Μόνος του.
Αυτές οι δύο λέξεις με ακολούθησαν μέχρι το σπίτι σαν χαστούκι.
Ζούσαμε όλοι μαζί σε ένα διαμέρισμα στο Περιστέρι. Εγώ, ο Στέλιος, η κόρη μας η Άννα, και η μητέρα του. Η κυρία Ελένη είχε προβλήματα με τα πόδια της και αρχή άνοιας. Δεν ήταν εύκολο, το ξέρω. Άνθρωπος ήταν. Αλλά όλο το βάρος είχε πέσει πάνω μου. Τη σήκωνα το πρωί, της έδινα τα χάπια της, της έφτιαχνα πρωινό χωρίς αλάτι γιατί «της το είπε ο γιατρός», έπλενα τα σεντόνια όταν είχε ατυχήματα, μαγείρευα για όλους, δούλευα και από το σπίτι κάνοντας τηλεφωνική υποστήριξη για 640 ευρώ, και το βράδυ άκουγα και παράπονα.
«Η σούπα είναι άνοστη.»
«Το κορίτσι κάνει φασαρία.»
«Πού είναι το γκρι ζακετάκι μου; Πάλι το χάλασες στο πλύσιμο.»
Κι ο Στέλιος;
Ο Στέλιος όλο «κάνε λίγο υπομονή, μωρέ Μαρία». Λες και η υπομονή ήταν απεριόριστη βρύση και άνοιγες τη στρόφιγγα.
Θυμάμαι ένα βράδυ που είχα 39 πυρετό. Έτρεμα. Η Άννα διάβαζε για το διαγώνισμα, η πεθερά μου φώναζε από το δωμάτιο γιατί ήθελε να τη γυρίσω από το ένα πλευρό στο άλλο, κι ο Στέλιος καθόταν στον καναπέ και έβλεπε αγώνα.
«Στέλιο, σε παρακαλώ, πήγαινε εσύ στη μάνα σου, δεν μπορώ να σηκωθώ.»
Έκανε παύση, ούτε καν έκλεισε την τηλεόραση.
«Περίμενε να τελειώσει η φάση.»
Αυτός ήταν ο γάμος μου. Να περιμένω να τελειώσει πάντα «η φάση» κάποιου άλλου.
Όταν του ζήτησα εξηγήσεις για το σπίτι, σηκώθηκε απότομα.
«Το κάναμε για να σωθεί το ακίνητο. Δεν καταλαβαίνεις; Ο πατέρας μου είχε αφήσει χρέη. Αν δεν περνούσε έτσι, θα το παίρνανε.»
«Ποιοι το κάνατε;» του είπα.
Δεν απάντησε.
Η πεθερά μου πετάχτηκε τότε.
«Εμείς το χτίσαμε αυτό το σπίτι, κορίτσι μου. Εσύ ήρθες μετά.»
Κορίτσι μου.
Έτσι με έλεγε όταν ήθελε να με βάλει στη θέση μου.
Γύρισα και την κοίταξα. Τα χέρια μου έτρεμαν, όχι από φόβο πια. Από εκείνη την εξάντληση που γίνεται θυμός.
«Μετά ήρθα, ναι. Αλλά εγώ το κράτησα όρθιο. Εγώ το έκανα σπίτι.»
Ο Στέλιος νευρίασε.
«Μην κάνεις τώρα θέατρο.»
Αυτό με αποτέλειωσε.
Θέατρο ήταν που είχα ξεχάσει τον εαυτό μου; Που δέκα χρόνια δεν πήγα ένα Σαββατοκύριακο κάπου να ηρεμήσω; Που η κόρη μας με ρωτούσε ψιθυριστά «μαμά, γιατί είσαι πάντα κουρασμένη;»
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Καθόμουν στην κουζίνα με το μικρό φωτάκι πάνω από τον απορροφητήρα ανοιχτό και κοίταζα τις γραμμές από τα πλακάκια. Η Άννα ξύπνησε κατά τις δύο και ήρθε δίπλα μου.
«Μαμά, θα κλάψεις;»
Της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Όχι, αγάπη μου. Τώρα θα σταματήσω.»
Μέσα σε τρεις μέρες βρήκα ένα μικρό δυάρι στα Κάτω Πατήσια. Παλιό, με στενό μπαλκονάκι και ντουλάπες που μύριζαν κλεισούρα. Όταν το είδα, δεν σκέφτηκα «τι μικρό είναι». Σκέφτηκα «εδώ θα μπορώ να αναπνέω».
Ο Στέλιος δεν πίστευε ότι θα φύγω.
«Και πού θα πας με το παιδί;»
«Εκεί που δεν θα με θεωρούν δεδομένη.»
«Δηλαδή αφήνεις τη μάνα μου έτσι;»
Γέλασα. Πικρά, άσχημα.
«Όχι, Στέλιο. Την αφήνω στον γιο της.»
Την ημέρα που μάζευα τα πράγματα, η πεθερά μου δεν μου μιλούσε. Μόνο όταν πήρα το μπουφάν της Άννας, είπε σιγανά:
«Θα το μετανιώσεις.»
Την κοίταξα και για πρώτη φορά δεν ένιωσα ενοχή.
«Ξέρετε τι μετανιώνω; Ότι άργησα τόσο.»
Τώρα έχουν περάσει οκτώ μήνες. Δεν ήταν εύκολα. Το νοίκι τρέχει, οι λογαριασμοί μετρημένοι, έχω κόψει μέχρι και τον καφέ απ’ έξω. Η Άννα όμως γελάει πιο πολύ. Εγώ κοιμάμαι χωρίς να πετάγομαι κάθε τρεις ώρες. Και ο Στέλιος; Στην αρχή έπαιρνε τηλέφωνο μόνο για να παραπονεθεί.
«Δεν προλαβαίνω, η μάνα μου δεν με ακούει, το σπίτι έχει γίνει άνω κάτω.»
Δεν του είπα τίποτα. Μόνο άκουγα.
Ήθελα να του πω «καλώς ήρθες στη ζωή μου». Αλλά δεν το είπα. Δεν είχε πια σημασία.
Το πιο πικρό δεν ήταν ότι μου έκρυψαν τα χαρτιά. Ήταν ότι με είχαν για τόσο βολική, που πίστευαν πως θα το καταπιώ κι αυτό. Όπως κατάπια τόσα άλλα.
Τελικά, ξέρετε κάτι; Δεν έφυγα επειδή χάθηκε ένα σπίτι. Έφυγα γιατί χάθηκα εγώ μέσα σ’ αυτό.
Και τώρα αναρωτιέμαι: πόσες γυναίκες μένουν ακόμα εκεί που δεν τις βλέπει κανείς; Και πείτε μου, εσείς θα φεύγατε νωρίτερα ή θα δίνατε άλλη μία ευκαιρία;