Αυτό που χάθηκε: Μια εξομολόγηση για την απώλεια της ασφάλειας και την αναζήτηση ελευθερίας
«Δεν θα βγεις έξω σήμερα!» η φωνή του πατέρα μου σκίζει τον αέρα, κι εγώ γλιστρώ πίσω από την πόρτα, το κορμί μου τραντάζεται σαν να πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα μέσα μου. Μα δεν είμαι πια παιδί – είμαι η Ειρήνη, 29 ετών, μια γυναίκα που θα ‘πρεπε να έχει πια το δικαίωμα να ορίζει τη ζωή της. Όμως κάθε μέρα στο σπίτι μας, στα δυαράκια του Περιστερίου, νιώθω να μαραίνομαι, σαν μια γλάστρα που ξέχασαν στη σκιά, χωρίς φως.
Έβλεπα στο βλέμμα της μητέρας μου την ίδια τρομάρα που με διαπερνούσε σαν λεπίδι όταν εκείνος ούρλιαζε. Μια φορά μόνο προσπάθησε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, σχεδόν κρυφά, ενώ εκείνος βρισκόταν στο μπάνιο. «Κάνε υπομονή, κορίτσι μου. Κάποια μέρα θα αλλάξουν τα πράγματα.» Μα τίποτα δεν άλλαζε. Βούλιαζα όλο και πιο βαθιά στην άρνηση πως η ζωή μου ήταν δική μου.
Ο πατέρας μου, ο Θανάσης, ήταν πάντα κύριος του σπιτιού. Η μάνα μου, η Ματούλα, η ψυχή της οικογένειας, είχε γίνει σκιά: μια γυναίκα έξυπνη, νέα κάποτε, που μάθαινε τα παιδιά του δημοτικού πώς να λύσουν εξισώσεις, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τα αδιέξοδα της δικής της ζωής. Εγώ ήμουν η μικρή – πάντα “ευγενική”, “εύκολη”… μέχρι που δεν άντεξα άλλο να παίζω αυτόν το ρόλο.
«Σε θέλω σπίτι όταν πέφτει ο ήλιος, κατάλαβες; Τι νομίζεις, ότι είμαστε όπως οι “Άγγλοι” με τις δικές σου ελευθερίες; Εδώ είναι Ελλάδα, εδώ κρατάμε τις παραδόσεις μας», φώναζε. Κι εγώ πνιγόμουν.
Κάθε βήμα που έκανα για να διεκδικήσω χώρο μετέτρεπε το σπίτι σε ναρκοπέδιο. Θυμάμαι το πρωί που δυσανασχέτησα που άνοιξε το γράμμα μου χωρίς την άδειά μου – ένιωσα την οργή του να σιγοβράζει, και το φόβο μου να τον ακουμπώ στην επιφάνεια του τραπεζιού: «Ήταν ανοικτό και το πήρα. Εδώ σ’ αυτό το σπίτι όλα είν’ για όλους.»
Μια μέρα, τόλμησα να πω στη δουλειά (ήταν τότε που δούλευα σε βιβλιοπωλείο στο Αιγάλεω) ότι οι γονείς μου με πιέζουν ασφυκτικά. Ο Πέτρος, ο προϊστάμενός μου, με κοίταξε με έναν συνδυασμό συμπόνοιας και έκπληξης: «Μα βρε Ειρήνη, εσύ είσαι 29. Πες τους να σε αφήσουν ήσυχη. Φύγε, αν δεν αλλάζει.» Τότε του είπα, σχεδόν ψιθυριστά: «Δεν είμαι σίγουρη αν μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου.» Και ένιωσα ντροπή, σαν να το πρόδωσα το αίμα μου, μα πιο πολύ σαν να πρόδωσα τον εαυτό μου που ακόμα φοβόταν να πάρει ανάσα μόνη της.
Τις νύχτες έβγαινα στο μπαλκόνι, έκλεινα την πόρτα σιγανά πίσω μου, κοιτούσα το φως από τα απέναντι διαμερίσματα και προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή, αν δεν φοβόμουν. Αν μια μέρα άνοιγα την πόρτα και έβγαινα, δίχως να ξέρω αν έχω πού να πάω – αν υπήρχε κάπου άνθρωπος να με περιμένει σαν να είμαι εγώ καινούρια. Και πάντα με έπνιγε ένα περίεργο μείγμα ενοχής: πόσες φορές ακούστηκε το “Θα μείνεις για πάντα εδώ;” και απαντούσα “Όσο χρειαστεί, γιατί να φύγω;” Μα μέσα μου έκαιγε μια φλόγα – κι αυτή η φλόγα άρχισε να ζητάει όλο και περισσότερο οξυγόνο.
Η ανατροπή ήρθε μετά από μία βραδιά άγριου καβγά. Είχα επιστρέψει αργά, προσπαθώντας να κερδίσω για τον εαυτό μου δύο ώρες στο κέντρο με τη Μάγδα και τη Λένα. Όταν άνοιξα την πόρτα, ο πατέρας μου καθόταν σκοτεινός στο σαλόνι – «Που ήσουν; Πού κυκλοφορείς έτσι νυχτιάτικα; Έχεις ιδέα πώς φαίνεσαι στη γειτονιά; Μας ξεφτυλίζεις!» Τα γυαλιά στο τραπέζι τίναξαν το κεφάλι μου, σαν να ‘τανε το τέλος της υπομονής του και της δικής μου.
Απάντησα για πρώτη φορά, δυνατά: «Δεν είμαι δική σας, δεν είμαι ιδιοκτησία κανενός!» Η μάνα μου χώθηκε ανάμεσά μας, σαν να ήθελε να σώσει εμένα, μα και εκείνον από τη βία που γεννιόταν στη σίγαση των χρόνων μας. Εκείνο το βράδυ, δεν έκλεισα μάτι και το πρωί, μάζεψα τα ρούχα μου και πήγα να κοιμηθώ στη Λένα. Από τότε, τίποτα δεν ήταν ίδιο – ούτε η ματιά του πατέρα μου όταν περνούσα το κατώφλι, ούτε η επιρροή της μάνας μου όταν με παρακαλούσε να “μην κάνω μεγάλα βήματα”.
Οι μέρες περνούσαν δύσκολα. Οικονομικά, δεν άντεχα. Συμμετείχα σε προγράμματα ψυχολογικής υποστήριξης, γνώριζα κι άλλες γυναίκες με παρόμοιες ιστορίες – άλλες «εκλεπτυσμένες», άλλες σκληρά χτυπημένες. Κάθε μία μιλούσε για έναν κύκλο ενοχής, αυτομομφής, για την άρνηση του κόσμου να δει πίσω από τους τέσσερις τοίχους, για τη λαχτάρα να ζήσουν χωρίς πατρική πνοή στο λαιμό τους. Μια μέρα, μια ψυχολόγος με ρώτησε: «Ειρήνη, θεωρείς ότι είσαι το θύμα ή είσαι άτομο με ευθύνη;» Και το μυαλό μου έκανε άλματα. Ήμουν κάτι και από τα δύο – ίσως θύμα ορίων που δεν τράβηξα, ίσως και κάποια που αναπόφευκτα τους άφησε να πάρουν πολλά.
Στην προσπάθεια να ξαναβρώ τον εαυτό μου, έπεσα πολλές φορές. Έψαχνα ενοίκιο, έκανα δυο δουλειές, αρρώσταινα συχνά από το άγχος. Η αρρώστια όμως δούλευε υπόγεια – ήταν η ψυχή μου που έκλαιγε, καθώς ο φόβος πως ίσως, στο τέλος, δεν υπήρχε ασφάλεια πουθενά. Ούτε καν έξω από εκείνους τους τοίχους.
Ένα βράδυ, συνάντησα τυχαία τη μαμά μου έξω από ένα ζαχαροπλαστείο. Δεν είπε πολλά – ένιωθε πως έκανε προδοσία στην τάξη, στη γειτονιά, που η κόρη της έφυγε απ’ το σπίτι προτού να παντρευτεί. Όμως μέσα στα μάτια της είδα κάτι συντροφικό – ένα δάκρυ που δεν κύλησε ποτέ. «Πού θα βρεις καλύτερα, Ειρήνη; Να ξέρεις ότι σ’ αγαπάμε», ψιθύρισε. Κι εγώ γνώριζα πως αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να μου πει, εγκλωβισμένη στην ίδια της τη συνθήκη.
Πήγε καιρό για να σκέφτομαι τον εαυτό μου χωρίς να κρίνω σκληρά τα λάθη ή τη δειλία μου. Δούλεψα σκληρά. Έπλενα σκάλες, φρόντιζα ηλικιωμένους για να μαζέψω χρήματα. Άνθρωποι σαν τη Λένα παρέμεναν στο πλευρό μου, με στηρίξανε. Υπήρχαν και αυτοί που με κακολογούσαν. Όμως, αργά – αργά, η ζωή έγινε δικιά μου.
Κι όμως… κάθε φορά που περπατάω έξω νύχτα ή βγαίνω ραντεβού, σκέφτομαι: Χάθηκε η ασφάλεια, αλλά βρήκα την ελευθερία; Οι πληγές μου ακόμα αιμορραγούν κάποιες νύχτες. Πότε η ανάγκη μας να παρέμβουμε στις ζωές των άλλων γίνεται εγκλωβισμός; Πότε το προσωπικό όριο χάνεται πίσω από δικαιολογίες, κι εμείς γινόμαστε θεατές της ίδιας μας της φυλάκισης;
Τη δική μου ασφάλεια την πλήρωσα με τη μοναξιά. Μα ίσως η μόνη αληθινή ασφάλεια να είναι στην ελευθερία. Εσείς τι θα διαλέγατε; Μήπως τελικά δεν σώζουμε τον εαυτό μας, όταν προσπαθούμε να σώσουμε την ψυχή μας από ό,τι μας πνίγει;