«Η μάνα μου έβαλε το μαχαίρι στο κόκαλο: “Ή φεύγει από το σπίτι ή σταματάω να σας κρατάω όρθιους” — και τότε διαλύθηκε ο γάμος μου»
«Εγώ δεν είμαι δούλος κανενός, Ελένη. Δεν θα πάω να μετράω καφάσια για 700 ευρώ.»
Το είπε και πέταξε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι, δίπλα στον απλήρωτο λογαριασμό της ΔΕΗ και στο σημείωμα από το σχολείο για την εκδρομή της μικρής. Η κόρη μας ήταν στο δωμάτιο και έκανε πως ζωγραφίζει. Ο μικρός είχε παγώσει στον καναπέ με το τοστ στο χέρι. Κι εγώ ήμουν όρθια στην κουζίνα, με τα χέρια βρεγμένα από τα πιάτα και τα πόδια να τρέμουν.
«Και εγώ τι είμαι, Στέλιο;» του είπα. «Εγώ γιατί μπορώ να καθαρίζω σκάλες το πρωί, να πηγαίνω δυο σπίτια για σίδερο το μεσημέρι, να γυρνάω να μαγειρεύω, να πληρώνω ενοίκιο, φροντιστήριο, σούπερ μάρκετ; Εμένα δεν με πειράζουν τα λίγα λεφτά;»
Δεν απάντησε αμέσως. Άναψε τσιγάρο στο μπαλκόνι, λες και η συζήτηση ήταν κάτι που θα περνούσε αν έκανε λίγη ώρα έξω. Αυτό έκανε πάντα. Όταν στρίμωχναν τα πράγματα, χανόταν. Ή έλεγε πως δεν υπάρχει δουλειά. Ή πως οι γνωστοί του τον ζηλεύουν. Ή πως δεν θα γίνει «ο υπάλληλος του κάθε βλάκα».
Στην αρχή τον πίστεψα. Αλήθεια τον πίστεψα. Είχε κλείσει η δουλειά του στην αποθήκη πριν τρία χρόνια, μετά ήρθε ο κορωνοϊός, μετά κάτι με τη μέση του, μετά «θα ανοίξω κάτι δικό μου». Όλο μετά. Όλο αύριο.
Μόνο που το αύριο το πλήρωνα εγώ.
Το ενοίκιο του σπιτιού στο Κερατσίνι. Τα τετράδια. Τα παπούτσια του μικρού που άνοιξαν μπροστά. Το πετρέλαιο που δεν βάλαμε ποτέ και κοιμόμασταν με διπλές κάλτσες. Και κάθε φορά που δεν έφταναν, ήταν εκεί η μάνα μου. Με μια σακούλα από το σούπερ μάρκετ, με λίγα μετρητά τυλιγμένα σε χαρτοπετσέτα, με ένα «μην το πεις στον πατέρα σου» ενώ εκείνος το ήξερε ήδη.
Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ. Μόνο με κοιτούσε σαν να τον πονούσε η ντροπή μου περισσότερο κι από μένα.
Το βράδυ που άλλαξαν όλα, η μάνα μου ήρθε χωρίς να πάρει τηλέφωνο. Κρατούσε ταπεράκια και τη ζακέτα της ριγμένη στους ώμους. Μόλις μπήκε, κατάλαβε. Το σπίτι μύριζε ένταση. Ο Στέλιος καθόταν με το κινητό στο χέρι. Εγώ έκλαιγα σιωπηλά στην κουζίνα.
«Τι έγινε πάλι;» είπε.
«Τίποτα, μάνα», ψιθύρισα.
«Μη μου λες τίποτα. Τα μάτια σου τα βλέπω.»
Τότε πετάχτηκε ο Στέλιος.
«Αν ήρθες να με κρίνεις, κυρία Δέσποινα, άστο καλύτερα.»
Η μάνα μου τον κοίταξε ίσια. Δεν φώναξε. Αυτό ήταν το χειρότερο.
«Δεν ήρθα να σε κρίνω. Ήρθα να σου πω κάτι μια τελευταία φορά. Εγώ την κόρη μου και τα εγγόνια μου θα τα βοηθήσω όσο μπορώ. Θα τους κρατάω, θα τους ψωνίζω, θα δίνω για το νοίκι αν χρειαστεί. Αλλά δεν θα συντηρώ άντρα σπίτι που κάθεται και περιμένει να του έρθει η δουλειά όπως του καφέ το delivery.»
Έπεσε σιωπή.
Άκουγα μόνο το ψυγείο και την ανάσα μου.
Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα.
«Με λες τεμπέλη;»
«Σε λέω πατέρα δύο παιδιών που δεν πληρώνει ούτε ένα γάλα», του είπε. «Και άκου να δεις. Από σήμερα, αν μείνεις εδώ μέσα, εγώ σταματάω τα πάντα. Ούτε ευρώ. Ούτε να κρατήσω τα παιδιά για να πάει η Ελένη για δουλειά. Τέλος. Ή αναλαμβάνεις ή φεύγεις.»
Νόμιζα ότι θα ανοίξει η γη. Ήθελα να ουρλιάξω, να τους βγάλω όλους έξω, να μη μιλάει κανείς για τη ζωή μου λες και ήμουν απούσα. Και μαζί, μέσα μου, μια φωνή έλεγε επιτέλους. Ναι, το σκέφτηκα. Επιτέλους κάποιος το είπε.
Ο Στέλιος γύρισε σε μένα.
«Αυτό ήθελες; Να με διώξει η μάνα σου;»
«Εγώ ήθελα να σταθείς στα παιδιά σου», του είπα. Και έτρεμαν τόσο πολύ τα χείλη μου που μετά βίας ακουγόμουν. «Μόνο αυτό.»
Έφυγε δύο μέρες μετά. Όχι θεαματικά. Πήρε μια μεγάλη μαύρη τσάντα, λίγα ρούχα, το ξυραφάκι του από το μπάνιο και έσπασε μόνο μία κορνίζα κατά λάθος — ή ίσως και όχι. Η μικρή κρυβόταν πίσω από την πόρτα και τον ρώτησε: «Μπαμπά, πού πας;»
Κι εκείνος είπε: «Για λίγο, καρδιά μου.»
Αυτό το «για λίγο» με αποτέλειωσε.
Γιατί τα παιδιά το πίστεψαν. Εγώ όχι.
Τις πρώτες εβδομάδες ήμουν σαν μηχανή. Ξυπνούσα, ετοίμαζα κολατσιό, πήγαινα δουλειές, γύριζα, έβαζα πλυντήριο, διάβαζα τη μικρή, έκανα τον δυνατό άνθρωπο. Η μάνα μου κρατούσε τον μικρό τα απογεύματα. Ο πατέρας μου πλήρωσε δύο νοίκια χωρίς να μου το πει, το έμαθα από την ιδιοκτήτρια. Ντράπηκα, ανακουφίστηκα, έκλαψα στο λεωφορείο σαν χαζή.
Τα παιδιά αντέδρασαν αλλιώς. Η μικρή θύμωσε μαζί μου.
«Εσύ τον έδιωξες», μου είπε ένα βράδυ και μου γύρισε την πλάτη.
Ο μικρός άρχισε να βρέχει πάλι το κρεβάτι του. Δεν μιλούσε πολύ, μόνο με ρωτούσε αν ο μπαμπάς θα έρθει στην γιορτή του σχολείου. Του έλεγα «θα δούμε» και μετά κλεινόμουν στο μπάνιο να κλάψω χωρίς φωνή.
Ο Στέλιος παίρνει καμιά φορά τηλέφωνο. Άλλες φορές λέει ότι ψάχνει. Άλλες ότι εγώ τον εξευτέλισα. Μια μέρα μου είπε «τώρα τα κατάφερες, μένεις με τη μάνα σου». Και κάτι μέσα μου έσπασε οριστικά.
Γιατί όχι. Δεν μένω με τη μάνα μου. Στέκομαι στα πόδια μου με βοήθεια, ναι. Αλλά στέκομαι. Ξέρω πια πόσο κοστίζει το ψωμί, η αξιοπρέπεια, ο φόβος να μη σου κόψουν το ρεύμα. Και ξέρω και κάτι άλλο: πιο βαριά από τη φτώχεια είναι η μοναξιά δίπλα σε άνθρωπο που σε βλέπει να πνίγεσαι και λέει «δεν είναι για μένα αυτές οι δουλειές».
Ακόμα δεν έχω συνέλθει. Ακόμα όταν ακούω κλειδί στην πολυκατοικία, για ένα δευτερόλεπτο νομίζω ότι γύρισε. Μετά θυμάμαι. Και συνεχίζω.
Πείτε μου εσείς… πόσο ακόμα πρέπει να περιμένει μια γυναίκα για να παραδεχτεί ότι δεν έχει άντρα δίπλα της αλλά άλλο ένα βάρος;
Και τα παιδιά, τελικά, τι τα πληγώνει πιο πολύ; Ο χωρισμός ή το να μεγαλώνουν μέσα σε μια σιωπηλή αδικία;