«Μάνα, μη μας το κάνεις πιο δύσκολο»: Η στιγμή που κατάλαβα πως στο ίδιο μου το σπίτι είχα γίνει αόρατη
«Μάνα, πάλι άφησες τα χάπια πάνω στο τραπέζι; Τα παιδιά τα φτάνουν.»
Η φωνή της νύφης μου, της Ελένης, έκοψε τον αέρα στην κουζίνα. Κρατούσα ακόμα το μπρίκι στο χέρι. Ο καφές είχε φουσκώσει και χυνόταν στο μάτι, αλλά εγώ κοιτούσα μόνο εκείνη. Όχι γιατί μου φώναξε. Γιατί το είπε σαν να ήμουν ξένη. Σαν να φιλοξενούσαν μια γριά που τους μπερδεύει το πρόγραμμα.
«Συγγνώμη, παιδί μου», της είπα σιγά και μάζεψα το κουτί.
Ο Στέλιος δεν σήκωσε καν το βλέμμα από το κινητό. Τα εγγόνια έτρωγαν βιαστικά κορν φλέικς. Το σπίτι, ένα τριάρι στους Αμπελόκηπους, έβραζε κάθε πρωί. Τσάντες, φωνές, κλειδιά, παπούτσια, το ένα παιδί να ψάχνει τετράδιο, το άλλο να κλαίει γιατί δεν έβρισκε την μπλούζα του. Κι εγώ στη μέση. Πάντα στη μέση, αλλά ποτέ πραγματικά μέσα.
Μένω μαζί τους τρία χρόνια, από τότε που έπεσα και έσπασα το ισχίο μου και μετά πέθανε κι ο άντρας μου, ο Μανώλης. Το σπίτι μου στο Αιγάλεω το άφησα. «Δεν γίνεται να είσαι μόνη», μου είπε ο γιος μου. Συγκινήθηκα τότε. Νόμιζα πως με ήθελε κοντά του. Μετά κατάλαβα πως τους ήμουν και βολική.
Δεν λέω ψέματα. Κρατάω τα παιδιά όταν σχολάνε. Βάζω φακές, γεμιστά, σκούπα, πλυντήριο, διπλώνω ρούχα. Αν η Ελένη αργήσει από το γραφείο, τα κάνω και μπάνιο. Κι όταν αρρωσταίνουν, ξενυχτάω δίπλα τους γιατί «η γιαγιά τα ηρεμεί». Μόνο που κανείς δεν με ρωτάει αν πονάει η μέση μου, αν ζαλίζομαι, αν έχω κουράγιο.
Η σύνταξή μου είναι 487 ευρώ. Τα μισά φεύγουν στα χάπια, στους γιατρούς, σε κάτι εξετάσεις που πάντα προκύπτουν. Ντρέπομαι να το πω, αλλά κάποιες φορές δεν μου μένουν ούτε δέκα ευρώ στην τσέπη. Και τότε περιμένω τον Στέλιο να γυρίσει με καλή διάθεση.
«Στέλιο… αν έχεις, δώσε μου είκοσι ευρώ μέχρι τέλος του μήνα. Για τα φάρμακα.»
Το είπα ένα βράδυ χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ενώ εκείνος έβλεπε ειδήσεις.
Αναστέναξε.
«Μάνα, κάθε μήνα τα ίδια. Δεν σου φτάνουν;»
Ένιωσα να καίγομαι. Όχι από θυμό. Από ντροπή.
«Δεν μου φτάνουν, παιδί μου. Τι να κάνω; Να μην τα πάρω;»
Η Ελένη πετάχτηκε από την κουζίνα.
«Κι εμείς τι να κάνουμε; Νοίκι, λογαριασμοί, φροντιστήριο, σούπερ μάρκετ… Δεν είναι εύκολα.»
Δεν είπε ψέματα. Τίποτα δεν είναι εύκολο. Το ξέρω. Αλλά εκείνη τη στιγμή ένιωσα σαν να ζήτησα ελεημοσύνη.
Άρχισα να σωπαίνω πιο πολύ. Καθόμουν στο μικρό μπαλκόνι και κοίταζα απέναντι τις πολυκατοικίες, τα κλειστά παντζούρια, τις κεραίες, τις γλάστρες που είχαν ξεραθεί. Στην Αθήνα είσαι περικυκλωμένος από κόσμο και όμως μπορεί να μη μιλάς με κανέναν όλη μέρα. Το έμαθα καλά.
Τα εγγόνια με αγαπάνε, δεν λέω. Αλλά κι αυτά έχουν τους ρυθμούς τους. Αγγλικά, μπάλα, τάμπλετ, βιασύνη. Μερικές φορές ο μικρός, ο Δημήτρης, μου λέει «γιαγιά, μετά, τώρα παίζω». Και δεν φταίει. Παιδί είναι. Εγώ είμαι που πεινάω για μια κουβέντα και ψάχνω ψίχουλα.
Το ξέσπασμα ήρθε ένα Σάββατο βράδυ. Είχα φτιάξει παστίτσιο. Όλοι έτρωγαν γρήγορα γιατί είχαν κανονίσει να πάνε σε παιδικό πάρτι. Κανείς δεν μου είχε πει τίποτα. Το κατάλαβα από τα καλά ρούχα των παιδιών.
«Εσείς θα φύγετε;» ρώτησα.
Ο Στέλιος με κοίταξε σαν να ήταν αυτονόητο.
«Ναι, μάνα. Στο πάρτι του Βασίλη. Σου το ξέχασα.»
«Α, μάλιστα. Κι εγώ;»
Η Ελένη δίστασε.
«Ε… θα μείνεις λίγο με τη μικρή της ξαδέρφης μου, τελικά θα μας τη φέρουν για δύο ώρες. Είναι μόνο σήμερα.»
Εκεί έσπασα.
Άφησα το πιρούνι κάτω και τους κοίταξα έναν έναν.
«Μόνο σήμερα; Πότε δεν είναι μόνο σήμερα; Πείτε μου. Εγώ εδώ τι είμαι; Μάνα σας είμαι ή η γυναίκα για όλες τις δουλειές;»
Πάγωσαν.
Ο Στέλιος συνοφρυώθηκε.
«Τι λες τώρα;»
«Λέω αυτά που καταπίνω τρία χρόνια. Μαγειρεύω, κρατάω παιδιά, καθαρίζω, ζητάω είκοσι ευρώ και ντρέπομαι σαν κλέφτρα. Ζω στο σπίτι σας και νιώθω φάντασμα. Με βλέπετε μόνο όταν σας χρειάζομαι. Ή όταν σας χρειάζομαι εγώ, τότε σας βαραίνω.»
Η φωνή μου έτρεμε. Τα χέρια μου πιο πολύ.
Η Ελένη άφησε αργά το ποτήρι της.
«Δεν το είχα καταλάβει έτσι…» είπε χαμηλά.
«Ε βέβαια δεν το καταλάβατε. Γιατί δεν με ρωτάτε ποτέ πώς είμαι. Μόνο τι θα φάνε τα παιδιά και αν πήρα ψωμί.»
Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα. Νόμιζα θα θυμώσει. Αντί γι’ αυτό, έμεινε όρθιος, ακουμπισμένος στην καρέκλα, και για πρώτη φορά τον είδα να με κοιτάζει κανονικά.
«Μάνα… τόσο χάλια νιώθεις;»
Γέλασα πικρά.
«Τόσο και λίγο παραπάνω.»
Εκείνο το βράδυ δεν πήγαν στο πάρτι. Καθίσαμε στο τραπέζι μέχρι αργά. Μίλησα. Έκλαψα κιόλας, ναι. Τους είπα πως δεν θέλω να με υπηρετούν, ούτε να με λυπούνται. Θέλω να με υπολογίζουν. Να μου λένε τα σχέδιά τους. Να μη χρειάζεται να απολογούμαι επειδή γέρασα.
Από τότε προσπαθούν. Ο Στέλιος μου αφήνει κάθε μήνα λίγα χρήματα χωρίς να τα ζητήσω. Η Ελένη με ρωτάει αν κουράστηκα, αν θέλω να βγούμε μια βόλτα στη λαϊκή ή για καφέ. Κάποιες Κυριακές με βάζουν στη συζήτηση όταν αποφασίζουν για τα παιδιά. Μικρά πράγματα. Αλλά για μένα δεν είναι μικρά.
Και πάλι όμως, μερικές μέρες νιώθω πως παλεύω να χωρέσω σε μια πόλη που τρέχει και σε μια ζωή που δεν έχει χώρο για τους αργούς. Σαν να πρέπει συνέχεια να αποδεικνύω ότι υπάρχω, ότι έχω ακόμα φωνή, ανάγκες, αξιοπρέπεια.
Δεν ξέρω αν ζητάω πολλά. Να είμαι βάρος δεν θέλω. Αόρατη όμως γιατί να γίνω;
Πείτε μου εσείς… οι γονείς, όταν γεράσουν, θέλουν μόνο μια γωνιά στο σπίτι ή μια θέση στην καρδιά των παιδιών τους;