Γύρισα σπίτι και κατάλαβα πως δεν μου είχαν διαλύσει μόνο το καλοκαίρι, αλλά και τον γάμο μου

«Δηλαδή αυτό ήταν; Το αποφάσισες μόνος σου;» του είπα με τη σακούλα από το σούπερ μάρκετ ακόμα στο χέρι, και πριν προλάβει να μου απαντήσει είδα τον Στέλιο ξαπλωμένο στον καναπέ μας, με τις κάλτσες του πάνω στο τραπεζάκι και την τηλεόραση ανοιχτή λες και ήταν στο σπίτι του από πάντα.

Ο Μανώλης ούτε που σήκωσε σωστά τα μάτια του.

«Δυο μέρες θα κάτσει, Ειρήνη. Μην το κάνεις θέμα τώρα.»

Δυο μέρες. Αυτές οι δυο μέρες έγιναν τρεις εβδομάδες, μετά δυο μήνες, και μετά σταματήσαμε να τις μετράμε γιατί απλά ο Στέλιος είχε ριζώσει.

Εγώ δούλευα σε φαρμακείο στην Καλλιθέα, οκτάωρο που γινόταν δεκάωρο, και γυρνούσα σπίτι με το κεφάλι καζάνι. Ο Μανώλης ήταν άνεργος σχεδόν έναν χρόνο. Στην αρχή τον στήριξα με όλη μου την καρδιά. Συμβαίνουν αυτά, έλεγα. Έπεσε έξω η εταιρεία, δεν έφταιγε. Αλλά σιγά σιγά άρχισε να βολεύεται σε μια περίεργη ακινησία. Λίγα βιογραφικά, πολλές δικαιολογίες. Και τώρα, μέσα σε όλα, έφερε και τον αδερφό του.

Ο Στέλιος είχε πάντα μια ιστορία. Μάλωσε με το αφεντικό. Τον αδίκησαν. Τον ζήλευαν. Του χρωστούσαν. Ποτέ δεν έφταιγε ο ίδιος. Ξυπνούσε αργά, άδειαζε το ψυγείο, κάπνιζε στο μπαλκόνι και άφηνε τασάκια γεμάτα. Δυο φορές του είπα ευγενικά να κοιτάξει για δουλειά.

«Θα βρω, ρε Ειρήνη, μη με πρήζεις κι εσύ», μου πέταξε τη δεύτερη φορά χωρίς καν να γυρίσει να με κοιτάξει.

Με πρήζεις. Στο σπίτι που πλήρωνα μόνη μου.

Το νοίκι, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ, οι λογαριασμοί, όλα περνούσαν από τον δικό μου μισθό. Στα τέλη του μήνα μετρούσα κέρματα για να δω αν βγαίνει η βενζίνη. Έκοψα καφέδες απ’ έξω, έκοψα τα νύχια που έφτιαχνα μια φορά τον μήνα, έκοψα μέχρι και το τυρί που έπαιρνα από το καλό ντελικατέσεν της γειτονιάς, χαζό ακούγεται αλλά κι αυτό πονάει όταν κόβεις από παντού. Και την ίδια ώρα ο Στέλιος ζητούσε «αν γίνεται» να πάρουμε άλλη μια εξάδα μπίρες.

Μια Κυριακή κάθισα με χαρτί και στυλό στο τραπέζι της κουζίνας.

«Δεν βγαίνουμε», είπα. «Αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα μπορέσουμε ούτε το νοίκι του Αυγούστου να δώσουμε άνετα.»

Ο Μανώλης νευρίασε αμέσως.

«Και τι θες να κάνω; Να πετάξω τον αδερφό μου στον δρόμο;»

«Θέλω να καταλάβεις ότι δεν είμαστε ξενοδοχείο. Και δεν είμαι εγώ η μάνα κανενός.»

Ο Στέλιος ήταν στο διπλανό δωμάτιο και άκουγε. Βγήκε με ύφος πληγωμένο, σχεδόν θεατρικό.

«Αν σας ενοχλώ τόσο, να φύγω. Μη σκας, Ειρήνη.»

Αλλά δεν κουνήθηκε ούτε εκατοστό. Μόνο περίμενε να τον παρακαλέσει ο αδερφός του. Και φυσικά αυτό έγινε.

Εκείνη τη μέρα κατάλαβα πως δεν ήμουν πια σύζυγος του Μανώλη. Ήμουν η κακιά της υπόθεσης.

Το χειρότερο ήρθε όταν ακυρώσαμε τις διακοπές. Είχαμε κλείσει από τον Μάρτιο τρεις μέρες στη Νάξο. Τίποτα πολυτελές. Ένα μικρό δωμάτιο, ένα καράβι, λίγη θάλασσα να ανασάνουμε. Το περίμενα σαν παιδί. Μάζευα λεφτά σιγά σιγά σε έναν φάκελο στο συρτάρι.

Μια μέρα ανοίγω τον φάκελο και λείπουν λεφτά.

Πάγωσα.

«Μανώλη, πήρες χρήματα από δω;»

Δεν απάντησε αμέσως. Αυτό με αποτελείωσε πριν καν μιλήσει.

«Ο Στέλιος χρειαζόταν κάτι… Θα στα έβαζα πίσω.»

«Θα μου τα έβαζες πίσω από πού; Από ποιον μισθό; Από ποια δουλειά;»

Άρχισα να φωνάζω, μετά έκλαιγα, μετά φώναζα πάλι. Εκείνος μου είπε ότι είμαι σκληρή, ότι δεν έχω κατανόηση, ότι σε δύσκολες στιγμές φαίνεται η οικογένεια.

«Κι εγώ τι είμαι;» του είπα. «Τι είμαι εγώ για σένα; Ο ΑΤΜ σου;»

Δεν μου απάντησε.

Ακυρώσαμε τη Νάξο την επόμενη μέρα. Έχασα και την προκαταβολή. Θυμάμαι να κάθομαι στο κρεβάτι και να κοιτάω τα μαγιό που είχα βγάλει από την ντουλάπα για να δω τι θα πάρω μαζί. Ένιωσα τόσο ηλίθια. Όχι για τα λεφτά μόνο. Για την ελπίδα.

Λίγο μετά μάζεψα δυο πράγματα και πήγα στους γονείς μου στο Περιστέρι. Η μάνα μου δεν είπε πολλά. Μόνο με αγκάλιασε στην πόρτα και μου είπε «κοιμήσου πρώτα και τα λέμε αύριο». Ο πατέρας μου έκανε πως βλέπει ειδήσεις, αλλά τον είδα που σκούπισε τα γυαλιά του χωρίς λόγο.

Έμεινα εκεί σχεδόν τρεις εβδομάδες. Ξύπναγα χωρίς να ακούω τηλεόραση στη διαπασών. Έτρωγα χωρίς να σκέφτομαι αν φτάνει το φαγητό για τρεις. Κι όμως, δεν ηρεμούσα πραγματικά. Γιατί δεν μου έλειπε απλώς το σπίτι μου. Μου έλειπε αυτό που νόμιζα πως είχα.

Ο Μανώλης με πήρε λίγες φορές τηλέφωνο.

«Γύρνα να το βρούμε.»

«Τι να βρούμε;» του είπα μια φορά. «Εσύ έχεις ήδη διαλέξει.»

Όταν επέστρεψα, το πρώτο που μύρισα ήταν τσιγάρο και τηγανητό λάδι. Ο καναπές γεμάτος ρούχα. Ποτήρια στον νεροχύτη. Και ο Στέλιος ακόμα εκεί. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ο Μανώλης ήρθε να με φιλήσει, αλλά τραβήχτηκα χωρίς να το σκεφτώ. Εκείνη η κίνηση βγήκε μόνη της. Νομίζω τότε το κατάλαβε κι αυτός.

Δεν ήταν μόνο ότι δεν είχε αλλάξει η κατάσταση. Ήταν ότι μέσα μου είχε σπάσει κάτι πολύ πιο βαθύ. Δεν τον εμπιστευόμουν πια. Δεν ένιωθα ότι με προστάτευε, ότι με υπολόγιζε, ότι ήμασταν μαζί. Ένιωθα μόνη ενώ στεκόταν μπροστά μου.

Κάτσαμε το βράδυ στην κουζίνα χωρίς φωνές αυτή τη φορά. Αυτό ήταν ίσως πιο πικρό.

«Δεν ξέρω αν μπορώ να το ξεχάσω», του είπα.

Κατέβασε το κεφάλι.

«Δεν ήθελα να σε χάσω.»

Τον κοίταξα και σκέφτηκα πόσο αργά το κατάλαβε.

Μερικές φορές ο γάμος δεν τελειώνει με ένα μεγάλο μπαμ. Τελειώνει σιγά, με μικρές προδοσίες που επαναλαμβάνονται μέχρι να μην αναγνωρίζεις πια ούτε το σπίτι σου ούτε τον άνθρωπο δίπλα σου.

Πείτε μου ειλικρινά… εσείς θα δίνατε άλλη μία ευκαιρία; Και αν η αγάπη μένει αλλά ο σεβασμός φύγει, σώζεται κάτι;