«Άνοιξα την πόρτα και βρήκα τη πεθερά μου να έχει καλέσει όλο το σόι για τραπέζι στο σπίτι μου»

«Πάλι έτσι έχεις τα ποτήρια, Μαρία; Τα μεγάλα κάτω και τα μικρά πάνω; Δεν βολεύει καθόλου.»

Πάγωσα μόλις την άκουσα από την κουζίνα.

Ήταν Σάββατο πρωί. Εγώ είχα μόλις σηκωθεί, με τα μάτια μισόκλειστα, με εκείνον τον πονοκέφαλο που κουβαλάς όλη την εβδομάδα όταν δουλεύεις σαν τρελή και απλώς θες δυο μέρες να μη μιλήσεις σε άνθρωπο. Και η πεθερά μου, η Βάσω, ήταν ήδη μέσα στο σπίτι μας. Με το κλειδί της. Πάλι.

Τη βρήκα να έχει ανοίξει όλα τα ντουλάπια. Είχε βγάλει τα πιάτα, είχε αλλάξει θέση στα μπαχαρικά, είχε βάλει τα τάπερ αλλού και τα καπάκια αλλού — λες και έμενε εκείνη εδώ κι εγώ ήμουν φιλοξενούμενη.

«Κυρία Βάσω, σας είχα πει… πάρτε με ένα τηλέφωνο πριν έρθετε.»

Δεν γύρισε καν αμέσως να με κοιτάξει.

«Έλα τώρα, σπίτι του παιδιού μου είναι. Να βοηθήσω ήρθα. Εσύ όλο κουρασμένη είσαι.»

Αυτό το «του παιδιού μου» με τρύπαγε κάθε φορά. Σαν να ήμουν περαστική. Σαν να μην είχα βάλει κι εγώ λεφτά, κόπο, ώρες, νεύρα, όνειρα μέσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους στα Πατήσια.

Ο άντρας μου, ο Γιάννης, τότε ήταν στο μπάνιο. Άκουγε, το ήξερα. Αλλά όπως πάντα, σιωπή. Εκείνη η άβολη, βολική σιωπή που με έκανε να νιώθω μόνη ακόμα κι όταν ήμασταν στο ίδιο σπίτι.

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Η Βάσω έμπαινε όποτε ήθελε. Άλλοτε «για να αφήσει λίγα γεμιστά», άλλοτε «για να πάρει ένα χειμωνιάτικο πάπλωμα που είχε αφήσει ο Γιάννης από παλιά», άλλοτε απλώς γιατί «ήταν στη γειτονιά». Και κάθε φορά κάτι άλλαζε. Μια κουρτίνα δεμένη αλλιώς. Τα ποτήρια σε άλλη σειρά. Σχόλια για τη σκόνη στο ράφι, για τα ασιδέρωτα, για το ότι παραγγέλνουμε απ’ έξω.

Μικρά πράγματα, θα πει κάποιος. Ναι. Μόνο που τα μικρά πράγματα, όταν γίνονται κάθε εβδομάδα, σου τρώνε το μέσα σου.

Εκείνη την εβδομάδα είχα φτάσει στα όριά μου. Δούλευα σε φαρμακείο στο κέντρο, ορθοστασία, ένταση, κόσμος να ξεσπάει για τα πάντα. Από την Τετάρτη έλεγα στον Γιάννη το ίδιο πράγμα:

«Σε παρακαλώ, αυτό το Σαββατοκύριακο θέλω ησυχία. Να κοιμηθώ, να καθίσω με μια φόρμα, να μη δω άνθρωπο.»

«Ναι, μωρέ, θα της το πω», μου έλεγε.

Δεν της το είπε ποτέ. Ή αν της το είπε, εκείνη δεν έδωσε σημασία.

Την Κυριακή ξύπνησα από φωνές στην πολυκατοικία και από μυρωδιά κρεμμυδιού να τσιγαρίζεται. Σηκώθηκα μπερδεμένη και μόλις βγήκα στο σαλόνι, νόμιζα πως έβλεπα εφιάλτη.

Το τραπέζι ήταν ανοιγμένο. Καρέκλες από την τραπεζαρία, από την κουζίνα, ακόμα και από το μπαλκόνι. Ταψιά στον πάγκο. Μπολ με σαλάτες. Η Βάσω με ποδιά. Και στο κινητό της να λέει:

«Ελάτε, ελάτε, είμαστε έτοιμοι. Στον Γιάννη και στη Μαρία είμαστε, ναι.»

Την κοίταξα και δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω.

«Τι είναι αυτό;» ψιθύρισα.

Γύρισε χαμογελαστή, λες και μου έκανε έκπληξη γενεθλίων.

«Ένα οικογενειακό τραπεζάκι. Ήθελα καιρό να μαζευτούμε. Θα έρθει η αδερφή μου η Δήμητρα με τον άντρα της, ο ξάδερφος ο Στέλιος με τα παιδιά… λίγοι άνθρωποι.»

Λίγοι άνθρωποι. Ήθελα να γελάσω ή να βάλω τα κλάματα, δεν ξέρω.

«Σας είχα πει ότι θέλω να ξεκουραστώ. Σας το είχα πει καθαρά.»

Η φωνή μου έτρεμε.

«Ε, και; Σιγά. Οικογένεια είμαστε. Μη μου κάνεις έτσι για ένα φαγητό.»

Τότε βγήκε ο Γιάννης από το υπνοδωμάτιο. Με κοίταξε, μετά κοίταξε τη μάνα του, και για ένα δευτερόλεπτο φοβήθηκα ότι θα κάνει πάλι πίσω.

«Μάνα… γιατί δεν μας το είπες;» είπε χαμηλόφωνα.

Η Βάσω σήκωσε τους ώμους.

«Τι να σας πω; Για να ακούω γκρίνια; Το σπίτι ανοιχτό είναι.»

Εκεί έσπασα.

«Όχι, δεν είναι ανοιχτό! Είναι το σπίτι μου. Το σπίτι μας. Δεν γίνεται να μπαίνετε μέσα όποτε θέλετε, να αλλάζετε τα πράγματά μου, να καλείτε κόσμο χωρίς να ρωτάτε και μετά να μου λέτε κι από πάνω ότι γκρινιάζω!»

Η Βάσω κοκκίνισε.

«Α, κατάλαβα. Σε πείραξα πολύ. Από τότε που σε παντρεύτηκε ο γιος μου, απομακρύνθηκε. Αυτό ήθελες.»

Έκανα πίσω σαν να με χαστούκισε. Ο Γιάννης όμως, για πρώτη φορά, δεν έμεινε ακίνητος.

Στάθηκε ανάμεσά μας.

«Φτάνει, μάνα.»

Ησυχία.

«Η Μαρία δεν φταίει σε τίποτα. Εγώ έπρεπε να το έχω βάλει από την αρχή. Δεν γίνεται να μπαίνεις σπίτι μας χωρίς να πάρεις τηλέφωνο. Ούτε να οργανώνεις τραπέζια χωρίς να ρωτάς. Δεν είμαστε παιδιά.»

Η Βάσω τον κοίταζε σαν να μην τον αναγνώριζε.

«Δηλαδή με διώχνεις;»

«Δεν σε διώχνω. Σου βάζω όριο.»

Το είπε ήρεμα, αλλά σταθερά. Και νομίζω αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδα πραγματικά άντρα μέσα στον γάμο μας, όχι μόνο γιο κάποιου.

Εκείνη έβγαλε αργά την ποδιά, την άφησε στον πάγκο και είπε μόνο:

«Ωραία. Αφού έτσι θέλετε, να μη σας ενοχλήσω ξανά.»

Δεν ήταν αλήθεια, το ξέραμε και οι τρεις. Ήταν από αυτές τις κουβέντες που λέγονται για να μείνει η ενοχή στο δωμάτιο.

Τελικά ο Γιάννης πήρε τηλέφωνο τους συγγενείς και ακύρωσε το τραπέζι. Έγινε χαμός μετά. Τηλέφωνα, παράπονα, μούτρα. Η Βάσω είπε στην αδερφή της ότι εγώ τον έχω κάνει «άλλον άνθρωπο». Ότι τον ελέγχω. Ότι τον απομακρύνω από την οικογένεια.

Πονάει να ξέρεις ότι σε βλέπουν σαν απειλή, ενώ το μόνο που ζητάς είναι να μπορείς να ανασάνεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι.

Μετά από μέρες, καθίσαμε και οι τρεις και συμφωνήσαμε κάποια απλά πράγματα. Τηλέφωνο πριν από κάθε επίσκεψη. Κανένα κλειδί χωρίς λόγο. Κανένα τραπέζι, καμία απόφαση για το σπίτι χωρίς εμάς. Εκείνη το δέχτηκε, αλλά με εκείνο το σφιγμένο στόμα που λέει περισσότερα από λέξεις.

Ακόμα υπάρχει ψύχρα. Ακόμα όταν με κοιτάζει, νιώθω πως στο μυαλό της είμαι η γυναίκα που της πήρε τον γιο. Κι εγώ πάλι νιώθω άσχημα που χρειάστηκε πόλεμος για να κερδίσω κάτι τόσο αυτονόητο.

Πείτε μου ειλικρινά… είχα άδικο που αντέδρασα έτσι;

Και τελικά, όρια στην οικογένεια βάζεις χωρίς να γίνεις ο «κακός» ή αυτό είναι απλώς ένα παραμύθι που λέμε μεταξύ μας;