«Μην το πιεις!» — Η νύχτα που η μητέρα μου φώναξε ότι ο πατέρας μου έριξε κάτι στο ποτήρι μου και η οικογένειά μου διαλύθηκε μπροστά στα μάτια μου

«Μην το πιεις!» φώναξε η μάνα μου τόσο απότομα, που μου έπεσε σχεδόν το πιρούνι από το χέρι. Το ποτήρι με το κόκκινο κρασί ήταν ήδη στα χείλη μου. Πάγωσα. Ο πατέρας μου, απέναντι, έμεινε ακίνητος με το χέρι στον αέρα, σαν να τον είχαν χαστουκίσει.

«Τι λες, Μαρία;» είπε μετά από δυο δευτερόλεπτα, χαμηλόφωνα στην αρχή.

Η μάνα μου είχε ασπρίσει. Κοίταζε το ποτήρι μου και μετά εκείνον.

«Σε είδα, Γιάννη. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Σε είδα να ρίχνεις κάτι μέσα.»

Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα ποιον να κοιτάξω. Ήταν Κυριακή βράδυ, στο σπίτι μας στο Περιστέρι. Είχα γυρίσει για φαγητό μετά από μια εξαντλητική εβδομάδα στη δουλειά. Η μάνα μου είχε φτιάξει παστίτσιο, ο πατέρας μου είχε ανοίξει κρασί, και για λίγο όλα έμοιαζαν κανονικά. Όχι τέλεια. Κανονικά. Για εμάς αυτό ήταν ήδη αρκετό.

«Έχεις τρελαθεί τελείως;» της πέταξε εκείνος και χτύπησε την παλάμη στο τραπέζι. Τα ποτήρια κουδούνισαν.

«Μη μου φωνάζεις! Το είδα!»

«Τι είδες; Ότι σου γέμισα το ποτήρι; Αυτό είδες!»

Η φωνή του ανέβαινε. Της μάνας μου έτρεμαν τα χέρια. Εγώ καθόμουν στη μέση, 34 χρονών γυναίκα, και ένιωθα πάλι σαν παιδί που περιμένει να δει προς τα πού θα πέσει ο κεραυνός.

«Άσ’ το κάτω, Ελένη», της είπα. «Σε παρακαλώ. Τι εννοείς “κάτι”;»

Γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Τρόμος. Όχι υστερία. Καθαρός τρόμος.

«Δεν ξέρω τι ήταν. Από το ντουλάπι το πήρε. Γρήγορα το έκανε. Νόμιζε ότι δεν τον είδα.»

Ο πατέρας μου σηκώθηκε τόσο απότομα που έπεσε πίσω η καρέκλα.

«Αρκετά. Αρκετά πια μ’ αυτές τις αηδίες.»

«Αηδίες; Θες να πεις ότι λέω ψέματα για το παιδί μου;»

«Θες να πεις μπροστά στην κόρη μας ότι πάω να τη δηλητηριάσω;»

Το δωμάτιο μύριζε ακόμα φούρνο και τυρί, αλλά εγώ είχα αρχίσει να νιώθω ναυτία. Πήρα το ποτήρι και το άφησα πιο πέρα, σχεδόν αντανακλαστικά. Αυτό, νομίζω, ήταν το χειρότερο. Δεν τον πίστεψα αμέσως. Ούτε εκείνη. Απλώς φοβήθηκα.

Ο πατέρας μου το είδε.

Το είδε και ράγισε μπροστά μου.

«Ούτε εσύ;» είπε μόνο.

Δεν βρήκα λέξη. Μόνο άνοιξα το στόμα και το έκλεισα σαν χαζή. Σαν να περίμενα να μιλήσει κάποιος άλλος αντί για μένα.

Η μάνα μου άρχισε να κλαίει.

«Θέλει να μας κάνει κακό, στο λέω τόσο καιρό και δεν με ακούει κανείς…»

«Τόσο καιρό;» γύρισα απότομα. «Τι σημαίνει αυτό;»

Ο πατέρας μου γέλασε νευρικά. Εκείνο το γέλιο ήταν πιο τρομακτικό από τις φωνές.

«Μπράβο. Μπράβο, Ελένη. Πες τα όλα τώρα. Πες και για τα μαγνητοφωνάκια. Πες και για τις γειτόνισσες που, λέει, τις πληρώνω να σε παρακολουθούν.»

Έμεινα να τον κοιτάω.

Δεν ήξερα τίποτα.

Η μάνα μου πετάχτηκε όρθια.

«Γιατί λες ψέματα; Γιατί τα γυρίζεις όλα; Δεν είμαι τρελή εγώ!»

Αυτή τη λέξη την είπε σαν να καιγόταν.

Και κάπου εκεί χάθηκε κάθε έλεγχος. Φωνές, κατηγορίες, πιάτα που έσπασαν στον νεροχύτη επειδή ο πατέρας μου τα άρπαξε με νεύρα, εγώ να κλαίω και να τους λέω να σταματήσουν, η μάνα μου να ορκίζεται πως με έσωσε, ο πατέρας μου να φωνάζει ότι δεν αντέχει άλλο να ζει σαν κατηγορούμενος μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Μετά φόρεσε το μπουφάν του και έφυγε. Ούτε δυνατές κουβέντες, ούτε απειλές. Μόνο ένα «δεν μπορώ άλλο» και το χτύπημα της πόρτας.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα στον καναπέ, με τη μάνα μου στο διπλανό δωμάτιο να περπατάει πάνω κάτω μέχρι το ξημέρωμα. Κάποια στιγμή ήρθε και μου ψιθύρισε: «Μη φοβάσαι, εγώ σε προσέχω». Και τότε, αντί να νιώσω ασφαλής, τρόμαξα πιο πολύ.

Τις επόμενες μέρες βγήκαν πράγματα που δεν ήξερα. Ότι εδώ και μήνες πίστευε πως ο πατέρας μου της έψαχνε το κινητό. Ότι άκουγε ψιθύρους από το φωταγωγό. Ότι είχε κρύψει χρήματα μέσα σε σακούλες από φακές γιατί νόμιζε πως κάποιος θα της τα πάρει. Ο αδελφός μου, ο Νικόλας, μου είπε ότι το είχε καταλάβει από καιρό, αλλά ντρεπόταν και φοβόταν να το παραδεχτεί. «Έλεγα θα περάσει», μου είπε. Ναι, κι εγώ αυτό θα έλεγα μάλλον. Αυτά τα πράγματα στις οικογένειες τα σπρώχνουμε κάτω από το χαλί μέχρι να σκοντάψουμε όλοι.

Ο πατέρας μου γύρισε μετά από δύο μέρες. Δεν με κοίταζε στα μάτια.

«Θα την πάμε σε γιατρό», είπε μόνο.

Η μάνα μου αντέδρασε άσχημα στην αρχή. Έλεγε πως εμείς έχουμε συνωμοτήσει. Πως θέλουμε να τη βγάλουμε τρελή για να τη βάλουμε στην άκρη. Ακόμα και τώρα με πονάει να το γράφω. Γιατί δεν ήταν κακία. Ήταν φόβος, ένας φόβος που της είχε καταπιεί το μυαλό.

Με πολύ κόπο ξεκίνησε ψυχοθεραπεία και παρακολούθηση από ειδικό. Δεν έγινε θαύμα, έτσι απλά. Δεν ξυπνήσαμε ένα πρωί και όλα ήταν καλά. Υπήρξαν μέρες που ήταν ήρεμη και μας έλεγε «συγγνώμη, μπερδεύτηκα». Και άλλες που κοίταζε τον πατέρα μου με εκείνη τη σκιά στα μάτια.

Κι εκείνος; Εκείνος έμεινε, αλλά όχι όπως πριν. Πιο σιωπηλός. Πιο μαζεμένος. Δεν ξαναγέμισε ποτέ το ποτήρι μου χωρίς να μου πει πρώτα «να σου βάλω;» λες και έπρεπε να πάρει άδεια για να είναι πατέρας μου.

Εγώ κουβαλάω ακόμα εκείνο το δευτερόλεπτο που άφησα το ποτήρι κάτω. Ήταν ένα δευτερόλεπτο μόνο. Αλλά μέσα του χώρεσε όλη η ρωγμή μας.

Τώρα παλεύουμε. Με συνεδρίες, με δύσκολες κουβέντες, με σιωπές στο τραπέζι, με μικρές προσπάθειες. Καμιά φορά γελάμε κιόλας, και μετά νιώθω ενοχή που μπορώ ακόμα να γελάω. Άλλες φορές βλέπω τη μάνα μου να προσπαθεί αληθινά και θέλω να την αγκαλιάσω. Και τον πατέρα μου να πίνει καφέ μόνος στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα φώτα της πολυκατοικίας απέναντι, και δεν ξέρω πώς να του ζητήσω συγγνώμη για κάτι που ίσως δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Πείτε μου ειλικρινά… αν ήσασταν στη θέση μου, θα μπορούσατε να εμπιστευτείτε ξανά και τους δύο με τον ίδιο τρόπο;

Και όταν η αρρώστια μπαίνει ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται, φταίει κανείς πραγματικά ή χάνονται όλοι λίγο λίγο μαζί;