Έπιασα την ξαδέρφη μου να με κλέβει μέσα στο ίδιο μου το σπίτι στην Αθήνα — και όταν της ζήτησα να φύγει, η ίδια μου η οικογένεια γύρισε εναντίον μου
«Σου είπα να μην την βάλουμε στο σπίτι μας, Άννα. Σου το είπα».
Η φωνή του Στέλιου ακόμα μου χτυπάει στ’ αυτιά. Στεκόταν στην κουζίνα, με το πουκάμισο μισάνοιχτο από τη ζέστη, κι εγώ απέναντί του κρατούσα την τσάντα μου και την κοιτούσα σαν χαζή. Το πορτοφόλι μου ήταν ανοιχτό. Τα διακόσια ευρώ που είχα βάλει το πρωί για το σούπερ μάρκετ και τον λογαριασμό της ΔΕΗ είχαν κάνει φτερά.
«Δεν γίνεται να τα πήρε η Μαρίνα», του είπα τότε, αλλά η φωνή μου δεν είχε σιγουριά. «Μπορεί να τα ξόδεψα και να μην το θυμάμαι».
Με κοίταξε όπως με κοιτάς όταν βλέπεις άνθρωπο να λέει ψέματα πρώτα στον εαυτό του.
Η Μαρίνα ήταν ξαδέρφη μου. Μεγαλώσαμε μαζί στα Πατήσια, τρώγαμε στα ίδια κυριακάτικα τραπέζια, παίζαμε στις ίδιες αυλές. Όταν χώρισε άσχημα από τον Θανάση και βρέθηκε χωρίς λεφτά, με μια βαλίτσα και τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, ήρθε σε μένα.
«Μόνο για λίγο, Άννα. Να σταθώ στα πόδια μου», μου είπε.
Ο Στέλιος δεν ήθελε.
«Άλλο να τη βοηθήσουμε, άλλο να τη βάλουμε μέσα στο σπίτι μας. Τα οικονομικά μας είναι ήδη στριμωγμένα».
Είχε δίκιο, αλλά δεν άντεξα. Στην Αθήνα όλοι κάπως τη βγάζουμε δύσκολα. Ενοίκιο, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, όλα στο θεό. Και μου φάνηκε απάνθρωπο να την αφήσω. Είπα το κλασικό, αυτό που λέμε και μετά το πληρώνουμε.
«Οικογένεια είναι».
Τι πικρή κουβέντα.
Στην αρχή ήταν ήσυχη. Μάζευε το κρεβάτι της στον καναπέ, έφτιαχνε κανέναν καφέ, μου έλεγε «ευχαριστώ» με βρεγμένα μάτια. Μετά άρχισαν τα μικρά περίεργα. Λείπανε δεκάρικα, εικοσάρικα. Μια μέρα έψαχνα τα χρυσά σκουλαρίκια που μου είχε δώσει η νονά μου όταν γέννησα την κόρη μας. Πουθενά.
«Μήπως τα μετακίνησες;» με ρώτησε ο Στέλιος.
«Στο ίδιο συρτάρι τα είχα, Στέλιο. Στο ίδιο».
Και μετά αρχίσαμε να τσακωνόμαστε για όλα. Για τα λεφτά, για το αν είμαι αφελής, για το αν εκείνος την αντιπαθεί από την αρχή και ψάχνει αφορμή. Η ένταση είχε μπει στο σπίτι σαν υγρασία. Την ένιωθες στους τοίχους.
Η Μαρίνα, κάθε φορά, έπαιζε την πληγωμένη.
«Δηλαδή με υποψιάζεστε; Εμένα; Σε τέτοια φάση που είμαι;»
Έπιανε το κεφάλι της, έβαζε τα κλάματα, έκλεινε την πόρτα του μπάνιου δυνατά. Και εγώ… εγώ πάλι έκανα πίσω. Ντρεπόμουν και μόνο που το σκεφτόμουν.
Μέχρι εκείνο το απόγευμα.
Γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά γιατί με πονούσε το στομάχι μου. Το σπίτι ήταν ήσυχο. Άκουσα μόνο το συρτάρι της κρεβατοκάμαρας να κλείνει απότομα. Πήγα σιγά, σχεδόν στις μύτες. Και την είδα.
Η Μαρίνα στεκόταν μπροστά στη συρταριέρα μου με το χρυσό βραχιόλι της μάνας μου στο χέρι.
Πάγωσα.
Εκείνη γύρισε, άσπρισε. Για ένα δευτερόλεπτο κανείς δεν μίλησε.
«Τι κάνεις;» της είπα. Όχι, βασικά το ψιθύρισα. Και αυτό ήταν το χειρότερο.
«Άννα, άκουσέ με…»
«Τι κάνεις;» φώναξα αυτή τη φορά.
Το βραχιόλι έπεσε πάνω στο πάπλωμα. Τα χέρια της έτρεμαν.
«Δεν θα το πουλούσα, απλά… ήθελα να το πάρω για λίγο, είχα μια ανάγκη, θα στο έφερνα πίσω…»
Θυμάμαι ότι γέλασα. Εκείνο το νευρικό, άδειο γέλιο που βγαίνει όταν έχεις φτάσει στα όριά σου.
«Να μου το φέρεις πίσω; Από πού; Από ενεχυροδανειστήριο;»
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
«Δεν με βοηθάει κανείς! Είμαι μόνη μου!»
«Και εγώ τι έκανα τόσο καιρό;» της είπα. «Ποια σου άνοιξε το σπίτι της; Ποια τσακώθηκε με τον άντρα της για σένα;»
Εκεί μπήκε ο Στέλιος, γιατί τον είχα πάρει τηλέφωνο τρέμοντας. Κοίταξε εμένα, εκείνη, το ανοιχτό συρτάρι, και δεν είπε αμέσως τίποτα. Μόνο πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του και ψιθύρισε: «Θεέ μου».
Της είπα να φύγει. Εκείνη τη μέρα. Εκείνη την ώρα.
«Δεν έχω πού να πάω!» ούρλιαζε.
«Να σκεφτόσουν πού θα πας πριν με κλέψεις μέσα στο σπίτι μου».
Μάζεψε τα πράγματά της πετώντας τα στη βαλίτσα και έφυγε βρίζοντας. Νόμιζα πως τελείωσε εκεί. Δεν είχε τελειώσει τίποτα.
Το ίδιο βράδυ με πήρε η μάνα μου.
«Καλά, είσαι με τα καλά σου; Την πέταξες στον δρόμο;»
«Μάνα, την έπιασα να κλέβει».
«Και; Για λίγα χρυσαφικά θα διαλύσετε άνθρωπο; Αίμα σου είναι».
Μετά ο πατέρας μου. Μετά ο αδερφός μου ο Μιχάλης. Μετά η αδερφή μου η Ελένη. Όλοι το ίδιο τροπάρι.
«Περνάει δύσκολα».
«Έκανε λάθος, δεν έγινε και φόνος».
«Εσύ έπρεπε να τη στηρίξεις, όχι να την πετάξεις έξω σαν σκυλί».
Σαν σκυλί. Αυτή η λέξη με διέλυσε.
Τους είπα για τα λεφτά που έλειπαν, για τα κοσμήματα, για τα ψέματα, για τους καβγάδες με τον Στέλιο. Ξέρετε τι μου απάντησε η μάνα μου;
«Ο άντρας σου σε βάζει και τα κάνεις αυτά. Από την αρχή δεν τη χώνευε».
Εκεί λύγισα. Όχι για τη Μαρίνα. Γιατί κατάλαβα ότι δεν τους ένοιαζε τι μου έκανε. Τους ένοιαζε να μη χαλάσει η εικόνα της οικογένειας. Να κουκουλωθεί. Όπως γίνεται σε τόσα σπίτια.
Τρεις μέρες δεν μιλούσα σε κανέναν. Ο Στέλιος ήταν δίπλα μου, αλλά πληγωμένος.
«Δεν πονάω επειδή είχα δίκιο», μου είπε ένα βράδυ στο μπαλκόνι, με τα φώτα της λεωφόρου να τρεμοπαίζουν από κάτω. «Πονάω γιατί δεν με άκουσες όταν έπρεπε».
Είχε δίκιο κι αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Από τότε έκοψα επαφές με πολλούς. Η μάνα μου ακόμα λέει ότι έγινα σκληρή. Η Μαρίνα διαδίδει ότι την άφησα άστεγη ενώ ήξερα την κατάστασή της. Κανείς βέβαια δεν λέει ότι άδειαζε το πορτοφόλι μου και άνοιγε τα συρτάρια μου όταν εγώ ήμουν στη δουλειά.
Και κάθομαι καμιά φορά στην άκρη του κρεβατιού μου και σκέφτομαι το ίδιο πράγμα: τελικά τι πονάει περισσότερο; Η κλοπή ή το ότι αυτοί που αγαπάς σε κάνουν να νιώθεις ένοχη επειδή προστάτεψες το σπίτι σου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Το αίμα είναι πάνω απ’ την αξιοπρέπεια ή κάπου πρέπει να μπαίνει ένα όριο;