«Δεν είμαι η υπηρέτριά σου»: Η μέρα που σταμάτησα να τα κάνω όλα για όλους και άφησα τον άντρα μου να δει την αλήθεια
«Πάλι δεν σιδέρωσες το μπλε μου πουκάμισο; Σου το είπα από χθες, Μαρία.»
Γύρισα και τον κοίταξα με το τάπερ στο χέρι, τα μακαρόνια μισοβρασμένα, την τσάντα της μικρής ανοιχτή στο τραπέζι, ένα σημείωμα από το σχολείο τσαλακωμένο κάτω από το μπολ με τα φρούτα. Και κάτι μέσα μου απλώς… έσβησε.
«Το πουκάμισό σου;» του είπα. «Ο Νικόλας έχει;»
Με κοίταξε μπερδεμένος.
«Ποιος Νικόλας;»
«Ο γιος μας από την Ε΄ Δημοτικού που δεν έχουμε. Η κόρη σου, η Ελένη, αύριο θέλει στολή για τη γιορτή. Έχει πρόβα αγγλικά. Θέλει χαρτόνι πράσινο. Το θυμάσαι; Όχι. Αλλά θυμάσαι το πουκάμισό σου.»
Ο Στέλιος πέταξε ένα «εντάξει, μην κάνεις έτσι» και ξανακοίταξε το κινητό του. Αυτό το «μην κάνεις έτσι» με αποτελείωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Για χρόνια, το σπίτι μας λειτουργούσε επειδή εγώ θυμόμουν τα πάντα. Τον παιδίατρο. Τη δόση για το φροντιστήριο. Τα γενέθλια της πεθεράς μου. Τις κάλτσες της Ελένης για το μπαλέτο. Πότε τελειώνει το απορρυπαντικό. Πότε πρέπει να πληρωθεί το ρεύμα πριν έρθει εκείνος ο λογαριασμός που σε κάνει να κάθεσαι στην καρέκλα και να κοιτάς το κενό.
Και δεν ήταν μόνο οι δουλειές. Ήταν ότι εγώ έπρεπε να σκέφτομαι και για τις δουλειές.
Ο Στέλιος έλεγε πάντα το ίδιο:
«Αν μου το ζητήσεις, θα βοηθήσω.»
Αλλά εγώ δεν ήθελα βοηθό. Άντρα ήθελα. Πατέρα. Συνέταιρο. Όχι κάποιον που περιμένει οδηγίες λες και είναι επισκέπτης στο ίδιο του το σπίτι.
Είχα σταματήσει να βγαίνω. Οι φίλες μου είχαν πάψει σχεδόν να με παίρνουν τηλέφωνο. Τι να μου πουν; «Έλα για έναν καφέ»; Και ποιος θα θυμόταν ότι η Ελένη έχει ορθοδοντικό την Πέμπτη; Ποιος θα έφτιαχνε φαγητό χωρίς γκρίνια; Ποιος θα αγόραζε δώρο για το πάρτι της συμμαθήτριάς της; Εγώ. Πάντα εγώ.
Μια Κυριακή, στη μαμά μου για τραπέζι, έπιασα τον εαυτό μου να βάζει πιάτα, να μαζεύει, να σερβίρει, ενώ ο Στέλιος με τον πατέρα μου έβλεπαν αγώνα. Η μητέρα μου με κοίταξε και μου είπε σιγά:
«Μη γίνεις σαν εμένα.»
Πάγωσα. Η μάνα μου, που μια ζωή έλεγε «κάνε υπομονή, έτσι είναι οι άντρες», μου το είπε με μάτια κόκκινα, σαν να μου έδινε προειδοποίηση αργά, αλλά όχι πολύ αργά.
Το ίδιο βράδυ προσπάθησα πάλι να του μιλήσω.
«Στέλιο, δεν αντέχω άλλο έτσι.»
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι κουβαλάω όλο το σπίτι στην πλάτη μου. Όχι μόνο σκούπες και πλυντήρια. Όλα. Τα πάντα. Και δεν με βλέπεις καν.»
Αναστέναξε. Όπως πάντα.
«Υπερβάλλεις, Μαρία. Εγώ βοηθάω. Προχθές πήγα τη μικρή αγγλικά.»
«Μία φορά πήγες. Και με πήρες τρεις φορές τηλέφωνο να σε καθοδηγήσω.»
«Ε, και; Πάλι γκρίνια; Ό,τι και να κάνω, δεν σου φτάνει.»
Αυτό ήταν. Δεν φώναξα. Δεν έκλαψα εκείνη τη στιγμή. Νομίζω αυτό τον ξάφνιασε πιο πολύ.
Την επόμενη μέρα σταμάτησα.
Δεν έπλυνα τα ρούχα του. Έβαλα πλυντήριο μόνο για μένα και την Ελένη. Δεν του ετοίμασα ξεχωριστό φαγητό επειδή «δεν τρώει όσπρια». Μαγείρεψα φακές. Όποιος ήθελε, έτρωγε. Δεν του έκλεισα ραντεβού για τον οδοντίατρο. Δεν του θύμισα τα γενέθλια της αδερφής του. Δεν μάζεψα την πετσέτα που άφησε στο κρεβάτι. Την άφησα εκεί. Δύο μέρες.
Στην αρχή νόμιζε ότι είμαι θυμωμένη και θα μου περάσει.
Μετά άρχισε να ενοχλείται.
«Μαρία, δεν έχω καθαρά εσώρουχα.»
«Το πλυντήριο είναι στο μπάνιο.»
«Δεν έχει φαγητό για μένα;»
«Έχει φακές.»
«Μου έκλεισες τελικά εκείνο το ραντεβού;»
«Όχι.»
Με κοίταζε λες και δεν με αναγνώριζε. Και ίσως είχε δίκιο. Ούτε εγώ με αναγνώριζα πια. Γιατί η γυναίκα που ήμουν μέχρι τότε έσβηνε για να βολεύονται όλοι οι άλλοι.
Η ένταση στο σπίτι έγινε βαριά. Η Ελένη μια μέρα με ρώτησε:
«Μαμά, είσαι θυμωμένη με τον μπαμπά;»
Έσκυψα και της χάιδεψα τα μαλλιά.
«Η μαμά είναι κουρασμένη, αγάπη μου. Πολύ κουρασμένη.»
Κι εκείνη, εννιά χρονών παιδί, μου είπε:
«Εγώ το ξέρω.»
Αυτό με διέλυσε. Γιατί αν το έβλεπε το παιδί μου, πώς γινόταν να μην το έβλεπε εκείνος;
Τρεις μέρες μετά, γύρισε από τη δουλειά και βρήκε την κουζίνα όπως την είχε αφήσει το πρωί. Ποτήρι στον νεροχύτη, ψίχουλα στον πάγκο, τοστ καμένο στην τοστιέρα. Εγώ καθόμουν στο μπαλκόνι με καφέ. Μόνη. Ήσυχη. Για πρώτη φορά χωρίς ενοχές.
«Δεν θα τα μαζέψεις;» μου είπε.
«Όχι.»
«Τι πράγμα κάνεις ακριβώς;»
Σηκώθηκα. Τον κοίταξα κατάματα.
«Αυτό που κάνεις κι εσύ τόσα χρόνια. Τίποτα, μέχρι να το κάνει κάποιος άλλος.»
Έμεινε σιωπηλός. Και μετά, αντί να φωνάξει, κάθισε. Στην καρέκλα της κουζίνας. Σαν να του έφυγε ο αέρας.
«Δεν κατάλαβα ότι ήσουν τόσο χάλια», είπε χαμηλά.
Γέλασα πικρά.
«Δεν κατάλαβες ή δεν σε συνέφερε να καταλάβεις;»
Δεν απάντησε αμέσως. Έτριψε το μέτωπό του, κοίταξε γύρω το σπίτι, τα παπούτσια της μικρής στην είσοδο, τη σχολική τσάντα, τον λογαριασμό της ΔΕΗ στο ψυγείο.
«Νόμιζα πως τα είχες υπό έλεγχο», ψιθύρισε.
«Τα είχα. Με τι κόστος όμως; Με εμένα να διαλύομαι.»
Εκείνο το βράδυ έβαλε μόνος του πλυντήριο. Το έκανε λάθος, γέμισε αφρούς το μπάνιο, η Ελένη γελούσε κι εγώ για λίγο ήθελα και να γελάσω και να κλάψω μαζί. Δεν λύθηκαν όλα ξαφνικά. Μη λέμε ψέματα. Ακόμα παλεύουμε. Ακόμα πολλές φορές πρέπει να πω τα αυτονόητα. Αλλά τώρα τα λέω μία φορά. Και αν δεν γίνουν, δεν τρέχω εγώ να σώσω τα πάντα.
Ξεκίνησα ξανά να βγαίνω για έναν καφέ τα Σάββατα. Έκλεισα ραντεβού σε ψυχολόγο. Είπα στη μάνα μου ότι δεν θα γίνω σαν εκείνη. Και το είπα χωρίς θυμό. Σαν υπόσχεση.
Δεν ξέρω αν ο γάμος μας θα γίνει ποτέ όπως τον είχα φανταστεί. Ξέρω μόνο ότι εγώ δεν θα ξαναγίνω αόρατη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Πείτε μου αλήθεια… πόσες γυναίκες ζουν έτσι και φοβούνται να σταματήσουν;
Και πόσοι άντρες λένε «βοηθάω», ενώ απλώς απολαμβάνουν μια ζωή που κάποια άλλη κρατάει όρθια;