«Τους άνοιξα το σπίτι μου στην Αθήνα και στο τέλος έχασα τον γιο μου και την εγγονή μου»

«Μαμά, για λίγο μόνο. Μέχρι να σταθούμε στα πόδια μας.»

Αυτή τη φράση την ακούω ακόμα στ’ αυτιά μου. Στεκόταν ο Κώστας στην πόρτα της κουζίνας, με τα κλειδιά στο χέρι, η Μαρία δίπλα του αγκαλιά με τη μικρή Ελένη, κι εγώ να κοιτάζω το τραπέζι που μόλις είχα στρώσει για έναν άνθρωπο και να καταλαβαίνω πως από εκείνη τη μέρα τίποτα μέσα σ’ αυτό το σπίτι στα Πατήσια δεν θα ήταν πια δικό μου όπως πριν.

Τι να έλεγα; Όχι; Στον γιο μου; Ήξερα ότι είχε μείνει άνεργος από τη μεταφορική. Η Μαρία έλεγε πως έψαχνε κι εκείνη, αλλά «με το παιδί είναι δύσκολα». Το πίστεψα. Τους λυπήθηκα. Και πιο πολύ λυπήθηκα τη μικρή. Είπα μέσα μου, λίγοι μήνες θα είναι, θα στριμωχτούμε, οικογένεια είμαστε.

Στην αρχή προσπαθούσαν. Ή έτσι ήθελα να νομίζω. Ο Κώστας έφευγε κάτι πρωινά με έναν φάκελο στο χέρι και γύριζε νευριασμένος.

«Τίποτα πάλι. Όλοι γνωστούς θέλουν.»

Η Μαρία αναστέναζε, έπιανε το κινητό, έμπαινε σε κάτι αγγελίες, μετά το άφηνε στην άκρη.

«Με το παιδί πού να τρέχω τώρα;»

Εγώ πλήρωνα το ρεύμα, το νερό, το σούπερ μάρκετ. «Μέχρι να ορθοποδήσουν», έλεγα στον εαυτό μου. Μόνο που οι μήνες περνούσαν και αντί να ορθοποδούν, βολεύονταν.

Σιγά σιγά άρχισαν τα μικρά, αυτά που στην αρχή τα καταπίνεις. Η Μαρία να μου αφήνει την Ελένη χωρίς να ρωτήσει.

«Μαμά, θα την κρατήσεις λίγο; Πρέπει να πεταχτούμε έξω.»

Το λίγο γινόταν ώρες. Εγώ γύριζα κουρασμένη από τη δουλειά στο καθαριστήριο και έβρισκα νεροχύτη γεμάτο, παιχνίδια παντού, το ψυγείο άδειο. Έδινα και για γάλα, και για πάνες, και για φάρμακα όταν αρρώσταινε η μικρή. Μέχρι και το ίντερνετ τους πλήρωνα, γιατί «ο Κώστας ψάχνει δουλειά online».

Μια μέρα γύρισα νωρίτερα και τους βρήκα στον καναπέ. Ο Κώστας με τη φόρμα, η Μαρία με τα νύχια φρεσκοβαμμένα, η τηλεόραση ανοιχτή.

«Δεν πήγες για εκείνη τη συνέντευξη;» τον ρώτησα.

Δεν με κοίταξε καν.

«Άκυρο ήταν.»

«Και πότε σε ειδοποίησαν;»

«Άσε μας τώρα, μάνα. Μπήκες και άρχισες.»

Αυτό το «άσε μας» με χτύπησε πιο πολύ απ’ όλα. Γιατί δεν ήμουν πια μάνα που βοηθάει. Ήμουν το πορτοφόλι του σπιτιού. Η γυναίκα που μαγειρεύει, πληρώνει και μετά οφείλει να μη μιλάει κιόλας.

Η σύνταξή μου δεν ήταν μεγάλη. Είχα και κάτι μεροκάματα για να συμπληρώνω. Άρχισα να κόβω από μένα. Δεν πήρα καινούργια γυαλιά, ενώ τα χρειαζόμουν. Ανέβαλα τον οδοντίατρο. Μέτραγα τα κέρματα για τη λαϊκή. Κι εκείνοι παραγγέλνανε καφέδες απ’ έξω.

Μια Κυριακή, που είχε έρθει η αδελφή μου η Βάσω για καφέ, άκουσε τον Κώστα να μου λέει από μέσα:

«Μαμά, βάλε κάρτα στη μικρή, τελείωσαν τα μωρομάντηλα.»

Η Βάσω με κοίταξε. Εκείνο το βλέμμα… ούτε λύπηση ούτε θυμός. Σαν να μου έλεγε, ξύπνα.

Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα. Άκουγα τις ανάσες τους από το άλλο δωμάτιο και ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Εγώ, που το πλήρωνα μια ζωή με στερήσεις. Εγώ, που μετά τον θάνατο του άντρα μου κράτησα όρθιο το σπίτι μόνη. Και τώρα περπατούσα στις μύτες για να μη δυσαρεστήσω ανθρώπους που ζούσαν πάνω μου και με έκαναν να νιώθω και ένοχη.

Το είπα πρώτα ήρεμα.

«Κώστα, Μαρία, πρέπει να βρείτε κάτι δικό σας. Δεν αντέχω άλλο έτσι.»

Πάγωσαν.

Η Μαρία κατέβασε το κουτάλι στο πιάτο και είπε ξερά:

«Μας διώχνεις; Με παιδί;»

«Δεν σας διώχνω. Σας λέω ότι πρέπει να οργανωθείτε. Να νοικιάσετε κάτι, έστω μικρό. Να αναλάβετε τη ζωή σας.»

Ο Κώστας χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.

«Ντροπή σου, μάνα. Αν ζούσε ο πατέρας μου, δεν θα το έκανες αυτό.»

Εκεί λύγισα λίγο. Όχι απ’ τα λόγια του. Από την αδικία. Γιατί ο πατέρας του, αν ζούσε, θα του είχε πει να σηκωθεί απ’ τον καναπέ και να πάει να δουλέψει, όπου βρει.

Τους έδωσα προθεσμία δύο μήνες. Δεν ήταν εκδίκηση. Ήταν η τελευταία μου αντοχή. Μέσα σ’ εκείνους τους δύο μήνες το σπίτι έγινε πεδίο μάχης. Σιωπές, μούτρα, καρφιά.

«Μην ανησυχείς, Κώστα», του έλεγε η Μαρία επίτηδες δυνατά. «Κάποιοι άνθρωποι βοηθάνε μόνο όταν τους συμφέρει.»

Κι εγώ έπλενα πιάτα με κόμπο στο λαιμό. Μερικές φορές πήγαινα στο μπάνιο και άφηνα το νερό ανοιχτό για να μη με ακούσουν που έκλαιγα. Χάλια πράγματα.

Τελικά έφυγαν. Βρήκαν ένα μικρό δυάρι στον Άγιο Νικόλαο, με βοήθεια από τους γονείς της Μαρίας. Τη μέρα που κατέβαζαν τις βαλίτσες, η Ελένη μου τυλίχτηκε στα πόδια.

«Γιαγιά, θα έρθεις σπίτι μου;»

Δεν άντεξα. Την πήρα αγκαλιά και φίλησα τα μαλλάκια της. Μύριζαν σαμπουάν παιδικό και μπισκότο.

«Θα έρχομαι, αγάπη μου», της είπα.

Αλλά δεν ήταν έτσι.

Από τότε ο Κώστας άλλαξε. Τα τηλεφωνήματα λιγόστεψαν. Μετά έγιναν τυπικά. Η Μαρία πάντα έβρισκε μια δικαιολογία.

«Η μικρή κοιμάται.»

«Έχουμε δουλειές.»

«Θα κανονίσουμε.»

Και το «θα κανονίσουμε» δεν ερχόταν ποτέ. Τώρα βλέπω την εγγονή μου σπάνια. Σε γιορτές, σε κανένα πάρκο για λίγο, πάντα με μια απόσταση. Σαν να τιμωρούμαι επειδή κάποτε είπα το αυτονόητο: ότι δεν μπορώ να σηκώνω στις πλάτες μου τρεις ζωές.

Κι όμως, όσο κι αν πόνεσα, ένιωσα και ανακούφιση όταν έκλεισε πίσω τους η πόρτα. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, κάθισα στην κουζίνα μου και ήπια έναν καφέ με ησυχία. Και μετά έκλαψα. Από λύτρωση ή από πένθος, ούτε σήμερα ξέρω.

Πείτε μου ειλικρινά, ήμουν σκληρή ή απλώς έβαλα ένα όριο αργά;

Μια μάνα μέχρι πού πρέπει να δίνει, πριν χαθεί η ίδια;