«Με άφησε μετά από 25 χρόνια για μια νεότερη — κι εγώ έμεινα να μαζεύω τα κομμάτια μου στην Αθήνα»
«Δεν γίνεται να το κάνεις αυτό τώρα, Νίκο. Όχι έτσι.»
Το είπα και η φωνή μου έτρεμε τόσο που ούτε εγώ την αναγνώρισα. Στεκόμουν στην κουζίνα, με το ταψί ακόμα πάνω στον πάγκο και τα γεμιστά να μυρίζουν δυόσμο, κι εκείνος ούτε καν με κοίταζε στα μάτια. Κρατούσε τα κλειδιά του, το κινητό του, κι εκείνη την ψυχρή αποφασιστικότητα που έχουν οι άνθρωποι όταν έχουν ήδη φύγει από μέσα τους πολύ πριν κλείσουν την πόρτα.
«Σοφία, τελείωσε. Δεν μπορώ άλλο. Ερωτεύτηκα.»
Ερωτεύτηκα.
Μια λέξη μόνο. Και μέσα της χώρεσαν είκοσι πέντε χρόνια. Το στεγαστικό που πληρώναμε με κόπο. Τα παιδιά μας. Οι Κυριακές στου Ψυρρή. Οι καβγάδες για τους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Τα καλοκαίρια στο χωριό της μάνας μου, με τον ανεμιστήρα να δουλεύει όλη νύχτα. Όλα έγιναν στάχτη μέσα σε μια λέξη.
«Ποια είναι;» τον ρώτησα.
Άργησε. Και μόνο που άργησε, κατάλαβα.
«Η Μαρίνα.»
Η Μαρίνα. Τριάντα δύο χρονών. Από το λογιστήριο της εταιρείας του. Την είχα δει μία φορά στη γιορτή των Χριστουγέννων. Ψηλή, περιποιημένη, με εκείνο το χαμόγελο που δεν ξέρεις αν είναι ευγένεια ή θράσος. Κι εγώ ήμουν εκεί με το μαύρο φόρεμα που με στένευε στη μέση και με το μυαλό μου στο αν πρόλαβα να κλείσω τον θερμοσίφωνα πριν φύγουμε.
«Για πόσο καιρό;»
«Οχτώ μήνες.»
Νομίζω εκεί πέθανα λίγο. Όχι όταν είπε πως φεύγει. Όταν κατάλαβα ότι οχτώ μήνες εγώ έστρωνα τραπέζι, του σιδέρωνα πουκάμισα, του έλεγα να προσέχει στον Κηφισό, κι εκείνος γύριζε σπίτι και με κοιτούσε σαν να ήμουν έπιπλο.
Η κόρη μας, η Ελένη, ήρθε πρώτη. Την πήρα τηλέφωνο με λυγμούς και μέσα σε σαράντα λεπτά χτυπούσε το κουδούνι. Μπήκε μέσα λαχανιασμένη, με τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα.
«Πού είναι;» είπε.
«Έφυγε.»
Με αγκάλιασε τόσο σφιχτά που πόνεσα, αλλά δεν είπα τίποτα. Ο γιος μας, ο Μανώλης, ήρθε αργότερα από το Περιστέρι. Δεν μίλησε πολύ. Μόνο έσφιγγε τα δόντια του και περπατούσε πάνω κάτω στο σαλόνι.
«Αν τον δω, δεν ξέρω πώς θα αντιδράσω», είπε.
«Δεν θέλω φασαρίες», ψιθύρισα.
Η μάνα μου, η Σταυρούλα, ογδόντα χρονών γυναίκα, ανέβηκε τα σκαλιά την επόμενη μέρα γιατί φοβόταν το ασανσέρ. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας, έβγαλε το μαντίλι της και με κοίταξε όπως με κοίταζε παιδί όταν ανέβαζα πυρετό.
«Θα κλάψεις, Σοφία μου. Να κλάψεις. Αλλά δεν θα τελειώσεις γι’ αυτόν.»
Ήθελα να την πιστέψω. Μα δεν μπορούσα. Για μέρες δεν μπορούσα ούτε να βγω στο μπαλκόνι. Η Αθήνα συνέχιζε κανονικά, λες και δεν είχε γίνει τίποτα. Τα λεωφορεία περνούσαν γεμάτα, η λαϊκή έστηνε πάγκους, οι γειτόνισσες τίναζαν χαλιά, κι εγώ ένιωθα ότι κυκλοφορούσα σαν φάντασμα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Το χειρότερο δεν ήταν μόνο η απουσία του. Ήταν η ταπείνωση. Οι ερωτήσεις. Τα βλέμματα. Η ξαδέρφη μου η Βάσω που μου είπε δήθεν συμπονετικά, «Ε, οι άντρες στα πενήντα περνάνε κρίση». Σαν να ήταν ίωση. Σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό να πετάς έναν άνθρωπο αφού έχει ακουμπήσει πάνω σου όλη του τη ζωή.
Μετά άρχισαν τα πρακτικά. Δικηγόρος. Χαρτιά. Λογαριασμοί. Ανακάλυψα πως είχε τραβήξει χρήματα από κοινό λογαριασμό χωρίς να μου πει τίποτα. Μικροποσά στην αρχή. Μετά μεγαλύτερα. Το ενοίκιο για το σπίτι που νοίκιαζε με τη Μαρίνα, όπως έμαθα αργότερα. Έτρεμα ολόκληρη όταν το είδα.
Τον πήρα τηλέφωνο.
«Μας έκλεψες; Μέσα από το ίδιο μας το σπίτι;»
«Μην το κάνεις δράμα, Σοφία.»
Εκεί θόλωσα.
«Δράμα; Εσύ έκανες δεύτερη ζωή και μου λες να μην το κάνω δράμα; Πότε ακριβώς σταμάτησα να είμαι άνθρωπος για σένα;»
Σιωπή. Και μετά το έκλεισε.
Αυτός ήταν ο Νίκος που νόμιζα ότι ήξερα.
Για εβδομάδες ξυπνούσα στις τέσσερις το πρωί. Κοίταζα το ταβάνι και μετρούσα λάθη. Μήπως έφταιγα που κουραζόμουν; Που δεν ήθελα εξόδους; Που μιλούσα συνέχεια για το σούπερ μάρκετ, τα φάρμακα της μάνας μου, τα κοινόχρηστα; Μετά θύμωνα με τον εαυτό μου. Όχι. Δεν φταίει η γυναίκα που γερνάει δίπλα σου. Φταίει εκείνος που δεν είχε το κουράγιο να πει την αλήθεια νωρίτερα.
Η Ελένη άρχισε να με τραβάει έξω. Για καφέ στο Παγκράτι. Για περπάτημα στον Εθνικό Κήπο. Μια μέρα με πήγε μέχρι το Μοναστηράκι χωρίς να με ρωτήσει.
«Θα έρθεις. Τέλος», είπε.
Στην αρχή ήμουν σαν χαμένη. Μετά παρατήρησα μικρά πράγματα. Έναν πλανόδιο που έπαιζε μπουζούκι. Δύο κορίτσια που γελούσαν με παγωτά στο χέρι. Μια γυναίκα κοντά στην ηλικία μου να δοκιμάζει σκουλαρίκια και να χαμογελά στον εαυτό της στον καθρέφτη. Και σκέφτηκα κάτι που με τρόμαξε: ίσως να μην είχε τελειώσει η ζωή μου. Ίσως να είχε τελειώσει μόνο ένα πολύ πικρό κομμάτι της.
Δεν έγινα ξαφνικά καλά. Μην τα ωραιοποιούμε. Ακόμα υπάρχουν μέρες που μυρίζω το after shave του σε κάποιον στο μετρό και μου κόβονται τα γόνατα. Ακόμα ανοίγω ντουλάπια και θυμάμαι πού έβαζε τα πράγματά του. Ακόμα έχω θυμό. Πολύ θυμό.
Αλλά έκανα κάτι που δεν περίμενα ποτέ από μένα. Έπιασα δουλειά λίγες ώρες σ’ ένα μικρό ανθοπωλείο στον Νέο Κόσμο, μέσω μιας γνωστής της μάνας μου. Τα χέρια μου γεμίζουν χώμα, νερό, φύλλα. Μιλάω με κόσμο. Ανασαίνω. Γυρίζω σπίτι κουρασμένη, αλλά όχι άδεια.
Πριν λίγες μέρες, ο Νίκος μου έστειλε μήνυμα. «Ελπίζω να είσαι καλά.»
Το κοίταξα πολλή ώρα. Μετά το έσβησα χωρίς απάντηση. Όχι από περηφάνια μόνο. Από ανάγκη. Για πρώτη φορά κατάλαβα ότι η ηρεμία μου αξίζει περισσότερο από μια τελευταία κουβέντα.
Δεν ξέρω αν συγχωρείται τέτοια προδοσία. Ούτε ξέρω αν τα καλύτερα είναι μπροστά, όπως λένε όλοι για παρηγοριά.
Ξέρω μόνο πως στα πενήντα δύο μου μαθαίνω από την αρχή να ζω. Πείτε μου, γίνεται ποτέ να μη νιώθεις χαμένα τα χρόνια που έδωσες; Και πώς ξαναμαζεύει μια γυναίκα την καρδιά της όταν της την άφησαν στα χέρια κομμάτια;