«Μας είπαν αλαζόνες επειδή βάλαμε όρια στο σπίτι που χτίσαμε με δάνεια και στερήσεις — κι όμως, ήταν η πρώτη φορά που νιώσαμε πραγματικά σπίτι μας»
«Τι εννοείς θα μείνετε και τη Δευτέρα;» είπε η γυναίκα μου, η Μαρία, με εκείνο το χαμόγελο που το βλέπεις και καταλαβαίνεις ότι από μέσα της βράζει.
Η κουζίνα ήταν γεμάτη πιάτα, ποτήρια του καφέ παντού, ψίχουλα στον πάγκο που είχα τρίψει με τα χέρια μου το πρωί, και η ξαδέρφη μου η Βάσω άνοιγε τα ντουλάπια σαν να ήταν στο σπίτι της.
«Ε, σιγά μωρέ, οικογένεια είμαστε», είπε ο αδερφός μου ο Στέλιος και άπλωσε το χέρι να πάρει άλλη μια μπίρα από το ψυγείο χωρίς καν να ρωτήσει.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου. Όχι απότομα. Σαν κάτι που ράγιζε χρόνια.
Αυτό το σπίτι δεν μας χαρίστηκε. Ήταν το παλιό σπίτι του παππού του πατέρα μου, σε ένα χωριό έξω από τη Ναύπακτο, μισογκρεμισμένο, με υγρασία στους τοίχους, σπασμένα κουφώματα και μια σκεπή που έσταζε πάνω στα πάντα. Όταν το πήραμε πάνω μας, όλοι έλεγαν τα ίδια.
«Τι το θέλετε αυτό το ερείπιο;»
«Θα σας φάει λεφτά.»
«Αν το φτιάξετε, να ερχόμαστε και μεις καμιά βδομάδα το καλοκαίρι, ε;»
Το τελευταίο το έλεγαν γελώντας. Εμείς τότε γελούσαμε κι εμείς. Δεν ξέραμε.
Για τρία χρόνια δεν ζούσαμε. Μετράγαμε. Εγώ δούλευα διπλοβάρδιες στο συνεργείο στην Πάτρα και η Μαρία έκανε απογευματινά σε φροντιστήριο, ενώ τα Σαββατοκύριακα ανεβαίναμε στο χωριό με ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο γεμάτο εργαλεία, σακιά, τάπερ από τη μάνα της Μαρίας και λογαριασμούς που δεν έβγαιναν. Πήραμε δάνειο. Μετά άλλο μικρό δάνειο. Κόψαμε διακοπές, εξόδους, μέχρι και τον καφέ απ’ έξω.
Θυμάμαι τη Μαρία να κάθεται στο πάτωμα ένα βράδυ, μέσα στη σκόνη, και να κλαίει σιωπηλά.
«Δεν αντέχω άλλο, Γιάννη», μου είπε. «Νιώθω ότι δουλεύουμε μόνο για το σπίτι και δεν ζούμε.»
Κάθισα δίπλα της. Της έπιασα το χέρι.
«Λίγο ακόμα. Να το τελειώσουμε. Να πούμε ότι έχουμε κάτι δικό μας.»
Αυτό το «δικό μας» ήταν που μας κράτησε.
Όταν επιτέλους μπήκαμε μέσα, ήταν σαν θαύμα. Μικρό σπίτι, όχι τίποτα σπουδαίο. Δύο δωμάτια, μια καθαρή κουζίνα, αυλή με βασιλικό και μια λεμονιά που είχαμε σώσει τελευταία στιγμή. Το πρώτο βράδυ κοιμηθήκαμε με τα παντζούρια ανοιχτά και ακούγαμε μόνο τζιτζίκια. Η Μαρία γύρισε και μου είπε ψιθυριστά:
«Τώρα νιώθω άνθρωπος.»
Κράτησε λίγο αυτό.
Πρώτα ήρθε η αδερφή μου η Ελένη «για ένα καφεδάκι». Έμεινε ως το βράδυ και έφερε και τα παιδιά την επόμενη μέρα. Μετά ο Στέλιος με τη γυναίκα του «για το Σαββατοκύριακο». Μετά η θεία μου η Δέσποινα, που μπήκε μέσα με τάπερ στο χέρι και είπε «άνοιξα λίγο να αεριστεί γιατί ήταν κλειστό», λες και είχε κλειδί από δικαίωμα.
Και κάπως έτσι άρχισε το κακό.
Μην το πω αλλιώς. Ερχόντουσαν χωρίς να ρωτήσουν. Έστελναν μήνυμα όταν ήδη ήταν στον δρόμο.
«Ψήσε καφέ, φτάνουμε.»
«Βάλε κάνα σεντόνι στο μικρό δωμάτιο, θα κοιμηθούμε εκεί.»
«Αφού είναι του παππού το σπίτι, όλοι έχουμε μια ανάμνηση από εκεί.»
Ναι, ανάμνηση. Όχι δικαίωμα.
Η Μαρία στην αρχή το κατάπινε. Χαμογελούσε, μάζευε, μαγείρευε, έπλενε. Μετά άρχισα να τη βλέπω να σφίγγει το σαγόνι της κάθε φορά που κάποιος άνοιγε το ψυγείο και έπαιρνε ό,τι έβρισκε, ή όταν της άλλαζαν θέση στα πράγματα στην κουζίνα.
Μια φορά μπήκα και τη βρήκα να σκουπίζει μόνη της στις έντεκα το βράδυ, ενώ οι άλλοι γελούσαν στην αυλή.
«Δεν είμαι ξενοδοχείο», μου είπε χωρίς να με κοιτάξει.
Και είχε δίκιο. Αλλά εγώ; Εγώ κόλωνα. Σκεφτόμουν τον πατέρα μου που έλεγε πάντα «με τους συγγενείς δεν τα βάζεις». Σκεφτόμουν τι θα πουν στο χωριό. Σκεφτόμουν ότι αν μιλήσω, θα γίνω ο κακός.
Τελικά έγινα έτσι κι αλλιώς.
Η έκρηξη έγινε τον Δεκαπενταύγουστο. Στο σπίτι ήταν δώδεκα άτομα. Δώδεκα. Κάποιοι κοιμόντουσαν στον καναπέ, άλλοι είχαν απλώσει πετσέτες στην αυλή, η Βάσω είχε βάλει πλυντήριο χωρίς να ρωτήσει, και η Μαρία έψαχνε τα τάπερ της λες και ήταν ξένη στο ίδιο της το σπίτι.
Όταν η αδερφή μου είπε χαλαρά «αύριο θα πεταχτούμε για μπάνιο και θα γυρίσουμε για ύπνο εδώ», η Μαρία άφησε το πιάτο στον νεροχύτη τόσο δυνατά που πάγωσαν όλοι.
«Όχι», είπε.
Σιωπή.
«Όχι άλλο έτσι. Τέρμα. Αυτό δεν γίνεται να συνεχιστεί.»
Ο Στέλιος γέλασε νευρικά.
«Δηλαδή; Θα ζητάμε άδεια;»
Τότε μίλησα κι εγώ. Επιτέλους.
«Ναι. Θα ρωτάτε πριν έρθετε. Και δεν θα θεωρείτε δεδομένο ότι θα μείνετε. Το σπίτι είναι δικό μας. Το φτιάξαμε μόνοι μας. Με δάνεια που τα πληρώνουμε ακόμα.»
Η θεία Δέσποινα πετάχτηκε πρώτη.
«Μπράβο. Ξεχάσατε από πού ξεκινήσατε.»
Η Ελένη κοκκίνισε.
«Έγινες αλαζόνας, Γιάννη. Για ένα σπίτι;»
«Για ένα σπίτι;» είπα και ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. «Για τρία χρόνια ζωής μιλάμε. Για κόπο. Για ιδρώτα. Για τη γυναίκα μου που δεν μπορεί να πιει έναν καφέ ήσυχη.»
Η Μαρία τότε δεν μίλησε. Μόνο στάθηκε δίπλα μου. Και αυτό μου έφτανε.
Εκείνο το βράδυ έφυγαν σχεδόν όλοι τσακωμένοι. Άκουσα κουβέντες βαριές. «Ψώνια». «Αχάριστοι». «Το παίζουν κάτι». Για μήνες κόπηκαν τηλέφωνα. Σε γιορτές υπήρχε παγωνιά. Στο χωριό έφτασαν διάφορα, ξέρεις πώς πάνε αυτά.
Πόνεσε. Δεν θα πω ψέματα. Υπήρχαν βράδια που αναρωτιόμουν αν το παρακάναμε.
Αλλά μετά ξυπνούσα το πρωί, έβγαινα στην αυλή, έπινα καφέ με τη Μαρία μέσα στην ησυχία, και καταλάβαινα κάτι πολύ απλό. Πρώτη φορά δεν φυλαγόμασταν μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Σιγά σιγά κάποιοι το δέχτηκαν. Η Ελένη τώρα παίρνει τηλέφωνο πριν έρθει. Ο Στέλιος ακόμα κρατάει μούτρα, αλλά τουλάχιστον έμαθε ότι το ψυγείο δεν είναι παντοπωλείο του. Κάποιοι ξαδέρφοι χάθηκαν. Ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Πικρό, αλλά αληθινό.
Έπρεπε να φτάσουμε στον καβγά για να μας σεβαστούν. Αυτό είναι που με πονάει πιο πολύ.
Πείτε μου ειλικρινά… όταν βάζεις όρια στην οικογένεια, γίνεσαι κακός ή απλώς προστατεύεις ό,τι έχτισες με την ψυχή σου;
Εσείς θα το αντέχατε να σας φέρονται σαν ξένοι μέσα στο ίδιο σας το σπίτι;