«Μαμά, μη μ’ αφήσεις…»: Όταν έχασα το στήριγμά μου και έμεινα να παλεύω ανάμεσα στην πίστη και την απόλυτη απώλεια
«Μη μου λες ψέματα, γιατρέ… η μαμά μου πεθαίνει, έτσι δεν είναι;» Η φωνή μου έτρεμε μέσα στο διάδρομο του Ευαγγελισμού και τα φώτα από πάνω μου έμοιαζαν πιο παγωμένα κι από τα χέρια μου. Ο γιατρός χαμήλωσε τα μάτια. Δεν χρειάστηκε να πει πολλά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πως έχανα όχι μόνο τη μητέρα μου, τη Μαρία, αλλά και το μοναδικό σημείο μέσα στη ζωή μου που κρατούσε τα πάντα στη θέση τους. Τη γυναίκα που, ακόμα κι όταν δεν είχαμε λεφτά για το ρεύμα, έβρισκε τρόπο να κάνει το σπίτι να μοιάζει ασφαλές.
Ο πατέρας μου είχε φύγει χρόνια πριν, αφήνοντάς μας με χρέη και με μια σιωπή που βάραινε το δυάρι μας στο Περιστέρι. Η μαμά ήταν τα πάντα. Κι εγώ, η Ελένη, ήμουν η «δυνατή». Έτσι με ήξεραν όλοι. Η αδερφή μου, η Σοφία, έκλαιγε με λυγμούς έξω από την εντατική. «Εσύ πρέπει να μιλήσεις στους γιατρούς», μου είπε. «Εγώ δεν μπορώ». Και θύμωσα. Όχι μαζί της· με τον εαυτό μου. Γιατί κι εγώ δεν μπορούσα. Ήθελα να τρέξω, να κρυφτώ, να γίνω πάλι παιδί και να βάλω το κεφάλι μου στα γόνατα της μάνας μου.
Το ίδιο βράδυ πήγα στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου. Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα θρήσκα. Η μαμά άναβε καντήλι, εγώ άναβα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Εκεί όμως, μπροστά στις εικόνες, ψιθύρισα: «Αν υπάρχεις, μη μου την πάρεις». Και αμέσως μετά ντράπηκα. Γιατί μέσα μου μια άλλη φωνή ούρλιαζε: «Μην κοροϊδεύεσαι. Οι εξετάσεις είναι εξετάσεις. Το τέλος έρχεται». Ήθελα μια απόδειξη, κάτι λογικό, καθαρό, βέβαιο. Μα η ψυχή μου ζητούσε θαύμα.
Την επόμενη μέρα, η μαμά άνοιξε για λίγο τα μάτια. Με κοίταξε σαν να ήξερε. «Ελένη», μου είπε κοφτά, «τη Σοφία να την προσέχεις. Και το σπίτι… να μην το αφήσετε». «Σταμάτα», της είπα σχεδόν θυμωμένα. «Θα γυρίσουμε σπίτι, θα σου κάνω γεμιστά, θα μαλώσεις για το αλάτι…» Χαμογέλασε αδύναμα. «Πάντα ήθελες να ελέγχεις τα πάντα», ψιθύρισε. «Δεν γίνεται, κόρη μου».
Όταν έφυγε, δεν έκλαψα αμέσως. Υπέγραψα χαρτιά. Πήρα τηλέφωνα σε συγγενείς που χρόνια είχαμε να δούμε. Άκουσα το «συλλυπητήρια» τόσες φορές που η λέξη έχασε το νόημά της. Στην κηδεία, η θεία Αργυρώ μού είπε: «Να κάνεις κουράγιο, παιδί μου, ο Θεός ξέρει». Ήθελα να της φωνάξω: «Κι εγώ τι να το κάνω αν ξέρει;» Μα σώπασα. Γιατί δίπλα μου η Σοφία έτρεμε, κι εγώ έπρεπε να σταθώ όρθια.
Οι μήνες μετά ήταν χειρότεροι. Το σπίτι μύριζε ακόμα από τη λεβάντα που έβαζε η μαμά στις ντουλάπες. Άνοιγα το συρτάρι της και διαλυόμουν, αλλά μόλις άκουγα τη Σοφία να σηκώνεται, σκούπιζα τα μάτια μου και έβαζα καφέ. Έπιασα δεύτερη δουλειά σ’ ένα φαρμακείο στον Κολωνό για να μη χάσουμε το σπίτι. Τα βράδια, όταν έμενα μόνη, μιλούσα στο ταβάνι. Άλλοτε στη μαμά, άλλοτε στον Θεό, άλλοτε σε κανέναν.
Μια Κυριακή πήγα μόνη μου στην εκκλησία της γειτονιάς. Όχι γιατί πίστεψα ξαφνικά πως όλα βγάζουν νόημα. Αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο να κουβαλάω τον πόνο χωρίς να τον ακουμπάω κάπου. Ο παπάς δεν μου έδωσε απαντήσεις. Μου είπε μόνο: «Η πίστη δεν ακυρώνει την απώλεια. Σου κρατά το χέρι για να την περάσεις». Έκλαψα τότε όπως δεν είχα κλάψει στην κηδεία.
Δεν θα πω πως θεραπεύτηκα. Δεν θεραπεύεται η απουσία της μάνας. Μα έμαθα να ζω χωρίς να προδίδω τον πόνο μου. Να είμαι δυνατή για τη Σοφία, χωρίς να παριστάνω την άτρωτη. Και κάποιες νύχτες, όταν ο φόβος της απόλυτης μοναξιάς με πνίγει, ανάβω το καντήλι της μαμάς και κάθομαι δίπλα του σιωπηλή. Δεν ξέρω αν αυτό είναι πίστη ή απλώς ανάγκη. Ξέρω μόνο πως εκεί, για λίγα λεπτά, δεν νιώθω τελείως χαμένη.
Τελικά, η πίστη παρηγορεί πραγματικά ή είναι μόνο ο τρόπος μας να μην καταρρεύσουμε; Κι εσείς, αν χάνατε το κέντρο του κόσμου σας, πού θα πιανόσασταν;