«Έπαθα εγκεφαλικό και τότε κατάλαβα την πιο πικρή αλήθεια: η μάνα μου και ο αδερφός μου έλειπαν όταν τους χρειαζόμουν πιο πολύ»
«Πού είναι η μάνα μου;» ψιθύρισα με το στόμα στραβωμένο, το χέρι μου βαρύ σαν πέτρα, και η Ελένη, η γυναίκα μου, κατέβασε τα μάτια. Εκείνη η κίνηση με χτύπησε πιο άσχημα κι από το εγκεφαλικό. Ήμουν στον Ευαγγελισμό, με καλώδια πάνω μου, το κεφάλι να βουίζει και τη ζωή μου ξαφνικά κομμένη στα δύο. Περίμενα να δω τη μάνα μου, τον αδερφό μου τον Στέλιο, έστω για πέντε λεπτά. Περίμενα μια φωνή να μου πει «είμαστε εδώ». Δεν ήρθε κανείς.
Η Ελένη μου έσφιξε το πόδι κάτω από το σεντόνι.
«Ήρθε η θεία σου η Μαρία. Ο ξάδερφος ο Γιάννης πήγε στο φαρμακείο. Η μάνα σου είπε θα περάσει αύριο.»
Αύριο.
Αυτό το αύριο κράτησε τέσσερις μέρες.
Ο γιατρός μιλούσε για αποκατάσταση, φυσικοθεραπείες, πίεση, άγχος. Εγώ άκουγα μισά. Σκεφτόμουν μόνο την πόρτα. Κάθε φορά που άνοιγε, τιναζόμουν. Μια νοσηλεύτρια, ένας τραυματιοφορέας, η Ελένη με καθαρά ρούχα, η κόρη μου η Δάφνη με μάτια πρησμένα. Όχι η μάνα μου. Όχι ο αδερφός μου.
Όταν τελικά ήρθε η μάνα μου, μπήκε μέσα σαν να έκανε αγγαρεία. Κρατούσε μια σακούλα με πορτοκάλια.
«Πώς είσαι τώρα;» μου είπε.
Την κοίταξα. «Τώρα ήρθες;»
Σάστισε. «Μη μιλάς έτσι, παιδί μου. Κι εγώ στενοχωρήθηκα.»
«Στενοχωρήθηκες από το σπίτι;»
Η Ελένη πετάχτηκε. «Μην ανεβάζεις πίεση τώρα.»
Αλλά εγώ ήδη έβραζα. Ο Στέλιος δεν είχε έρθει ούτε τότε. Έστειλε μήνυμα. “Περαστικά αδερφέ, τρέχω με τη δουλειά.” Δουλειά. Λες και εγώ πήγα εκδρομή στη ΜΕΘ.
Γύρισα σπίτι μετά από δεκατρείς μέρες. Το δεξί μου πόδι το έσερνα λίγο, το χέρι δεν με άκουγε πάντα, και το κεφάλι μου γέμιζε θυμό με το παραμικρό. Η Ελένη με σήκωνε, με έπλενε, μου έδεσε ξανά τα κορδόνια σαν να ήμουν παιδί. Η Δάφνη έλειπε από τη σχολή για να κάθεται μαζί μου τα πρωινά μέχρι να γυρίσει η μάνα της από τη δουλειά. Ντρεπόμουν, πονούσα, ήμουν άλλος άνθρωπος. Και μέσα σ’ όλα, ούτε ένα πιάτο φαγητό από τη μάνα μου, ούτε ένα “να κάτσω δυο ώρες να φύγει η Ελένη να πάρει αέρα”. Τίποτα.
Μόνο τηλεφωνήματα αραιά.
«Να προσέχεις.»
«Να μην εκνευρίζεσαι.»
«Ο Στέλιος έχει πολλά έξοδα αυτόν τον καιρό.»
Αυτό με αποτελείωσε. Πάντα ο Στέλιος. Από μικροί έτσι ήταν. Ο Στέλιος το καλό παιδί, ο Στέλιος ο ταλαιπωρημένος, ο Στέλιος που “μην τον πιέζεις”. Κι εγώ; Εγώ ήμουν αυτός που “θα τα καταφέρει”. Μόνος μου βέβαια.
Κράτησα μέσα μου πράγματα που βρόμιζαν χρόνια. Όταν πέθανε ο πατέρας μας, εγώ έτρεχα για χαρτιά, εφορίες, ΔΕΗ, νοσοκομεία. Ο Στέλιος είχε εξαφανιστεί τότε πάλι. Η μάνα μου ούτε που το παραδέχτηκε ποτέ. «Ο αδερφός σου είναι πιο ευαίσθητος», έλεγε. Εγώ μάλλον ήμουν από σίδερο.
Η έκρηξη ήρθε ανήμερα της γιορτής της μάνας μου. Είπε η Ελένη να πάμε για ένα καφέ, «να μαλακώσουν λίγο τα πράγματα». Πήγα κουτσαίνοντας, με το ζόρι. Στο τραπέζι ήμασταν εγώ, η Ελένη, η μάνα μου, ο Στέλιος και η γυναίκα του η Κατερίνα. Από την αρχή μύριζε μπαρούτι.
Η μάνα μου έφερε κουλουράκια και έκανε σαν να μην τρέχει τίποτα.
«Να σε βλέπω όρθιο και δοξάζω τον Θεό», είπε.
Γέλασα, άσχημα. «Τώρα τον θυμήθηκες;»
Ο Στέλιος ανακάθισε. «Τι ύφος είναι αυτό;»
Τον κοίταξα και κάτι έσπασε μέσα μου.
«Ύφος; Θες να σου πω για ύφος; Ήμουν στο νοσοκομείο και δεν πάτησες. Γύρισα σπίτι μισός άνθρωπος και δεν ρώτησες αν χρειαζόμαστε κάτι. Η Ελένη με σήκωνε από το κρεβάτι κι εσύ έστελνες μηνυματάκια.»
Η μάνα μου σφίχτηκε. «Δεν είναι σωστά αυτά που λες μπροστά σε όλους.»
«Σε ποιους όλους; Στην οικογένεια; Ποια οικογένεια;»
Έπεσε σιωπή. Ακόμα και τα κουταλάκια σταμάτησαν.
Ο Στέλιος κοκκίνισε. «Δεν ήρθα γιατί δεν αντέχω τα νοσοκομεία, το ξέρεις.»
«Κι εγώ δεν άντεχα να είμαι εκεί, αλλά ήμουν.»
«Είχα και τη δουλειά, τα παιδιά…»
«Όλοι έχουμε. Η Ελένη δεν είχε; Η Δάφνη δεν είχε; Μόνο εσένα λυπάται πάντα η μάνα;»
Η μάνα μου χτύπησε το χέρι στο τραπέζι. «Φτάνει! Μην τα βάζεις όλα σε μένα.»
Γύρισα και την κοίταξα πρώτη φορά όπως ήταν, όχι όπως ήθελα να τη βλέπω.
«Σε σένα τα βάζω, ναι. Γιατί μια ζωή έκανες πως δεν βλέπεις. Όταν ο πατέρας φώναζε, εγώ έμπαινα μπροστά. Όταν πέθανε, εγώ μάζευα τα σπασμένα. Όταν έπαθα εγκεφαλικό, πάλι εγώ έμεινα μόνος. Και ξέρεις τι πονάει; Όχι ότι δεν ήρθες. Ότι νόμιζα πως θα έρθεις.»
Η Κατερίνα κατέβασε τα μάτια. Η Ελένη μου έπιασε το μπράτσο γιατί έτρεμα ολόκληρος.
Τότε ο Στέλιος είπε κάτι που δεν περίμενα.
Σιγά. Σχεδόν ντροπαλά.
«Ζήλευα πάντα, ρε Μανώλη.»
Τον κοίταξα αποσβολωμένος.
«Νόμιζα ότι εσένα σε υπολόγιζαν όλοι. Ότι εσύ ήσουν ο δυνατός, ο σωστός, ο γιος που τα κάνει όλα καλά. Κι εγώ πάντα ο λίγος. Όταν έμαθα για το εγκεφαλικό… πάγωσα. Ντράπηκα που δεν ήμουν δίπλα σου και μετά ντράπηκα τόσο που δεν ήξερα πώς να έρθω.»
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει χαμηλά, χωρίς φωνές. «Έκανα λάθη. Σας έχασα και τους δυο με τον τρόπο μου.»
Δεν έγιναν θαύματα εκείνη τη μέρα. Δεν σηκωθήκαμε αγκαλιασμένοι σαν σε σειρά. Είπαμε πράγματα σκληρά. Εγώ τους είπα πως αν θέλουν να υπάρχουν στη ζωή μου, θα υπάρχουν με πράξεις. Όχι με λόγια, όχι με τύψεις της Κυριακής. Η μάνα μου ζήτησε να έρχεται σπίτι να με βλέπει. Ο Στέλιος είπε πως θα με πάει ο ίδιος στις φυσικοθεραπείες, να ξεκινήσει από κάπου. Του είπα «θα δούμε».
Και το εννοούσα.
Από τότε έχουν περάσει μήνες. Η μάνα μου έρχεται κάποιες φορές, αμήχανα, με τάπερ και σιωπές. Ο Στέλιος ήρθε σε τρεις φυσικοθεραπείες και στην τέταρτη άργησε σαράντα λεπτά. Παλιά θα το κατάπινα. Τώρα όχι. Του το είπα. Στραβά, απότομα, όπως βγήκε. Αλλά του το είπα.
Το εγκεφαλικό μού άφησε σημάδια στο σώμα. Η απουσία τους μού άφησε άλλα, πιο βαθιά. Δεν ξέρω αν μια οικογένεια φτιάχνεται όταν έχει ραγίσει τόσα χρόνια ή αν απλώς μαθαίνεις να μην περιμένεις.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Δίνεις άλλη μια ευκαιρία στο αίμα σου ή προστατεύεις την ψυχή σου, έστω και αργά;