«Μου άφησε τον ανιψιό μου στην πόρτα και έφυγε για Θεσσαλονίκη» — Για μήνες έλιωνα μόνη μου, μέχρι που είπα την πιο δύσκολη λέξη στην αδερφή μου
«Μαρία, άνοιξε λίγο, σε παρακαλώ, βιάζομαι!» φώναζε η αδερφή μου απ’ το θυροτηλέφωνο κι εγώ, με το λάπτοπ ανοιχτό στο τραπέζι και τον καφέ μισοκρύο, ούτε που φανταζόμουν τι θα ακολουθούσε.
Άνοιξα την πόρτα και την είδα ιδρωμένη, με δυο τσάντες, ένα παιδικό σακίδιο και τον Νικόλα κολλημένο στο πόδι της.
«Πρέπει να φύγω για Θεσσαλονίκη. Μου έτυχε δουλειά. Σήμερα. Τώρα. Θα τον κρατήσεις λίγες μέρες μέχρι να τακτοποιηθώ.»
Την κοίταξα σαν χαζή.
«Τι εννοείς τώρα; Ειρήνη, εγώ δουλεύω. Δεν γίνεται έτσι απλά.»
Ο Νικόλας με κοίταζε χωρίς να μιλάει. Μόνο έσφιγγε ένα μικρό αυτοκινητάκι στο χέρι.
«Σε παρακαλώ, μη με δυσκολεύεις. Είναι ευκαιρία. Δεν μπορώ να την χάσω. Θα σου στέλνω λεφτά.»
Και πριν προλάβω να πω κάτι άλλο, με φίλησε στο μάγουλο, έσκυψε στον μικρό, του είπε «θα γυρίσω γρήγορα» και έφυγε.
Έτσι. Τόσο απλά.
Την πρώτη νύχτα ο Νικόλας έκλαιγε στον ύπνο του. Ξυπνούσε και φώναζε «μαμά». Καθόμουν δίπλα του στο μονό κρεβάτι του ξενώνα μου και του χάιδευα την πλάτη, ενώ στις 8 το πρωί είχα τηλεδιάσκεψη με τον προϊστάμενο.
«Η μαμά θα έρθει;» με ρώτησε τη δεύτερη μέρα.
Κατάπια δύσκολα.
«Θα μιλήσετε στο τηλέφωνο το βράδυ, αγάπη μου.»
Το βράδυ η Ειρήνη δεν το σήκωσε.
Στην αρχή έλεγα, εντάξει, λίγες μέρες είναι. Μετά έγιναν δύο εβδομάδες. Μετά μήνας.
Ξυπνούσα στις 6:30, έφτιαχνα τοστ, έψαχνα καθαρή μπλούζα σχολείου, έτρεχα να τον αφήσω, γύριζα πίσω για δουλειά, προσπαθούσα να είμαι ήρεμη σε κλήσεις ενώ από μέσα μου ήμουν έτοιμη να σπάσω. Το μεσημέρι μαγείρευα κάτι πρόχειρο, φακές, μακαρόνια, κοτόπουλο στο φούρνο να κρατήσει δυο μέρες. Το απόγευμα διάβασμα, μπάνιο, γκρίνια, πλυντήριο, πιάτα. Και τη νύχτα, όταν επιτέλους ξάπλωνε, άνοιγα πάλι τον υπολογιστή για να βγάλω τη δουλειά που δεν είχα προλάβει.
Έκανα λάθη. Ξέχναγα mail. Μπέρδευα ημερομηνίες. Μια μέρα ο προϊστάμενός μου, ο Στέλιος, με πήρε στην άκρη μετά από μια συνάντηση.
«Μαρία, τι συμβαίνει; Δεν είσαι καθόλου καλά τελευταία.»
Χαμογέλασα μηχανικά.
«Λίγη κούραση μόνο.»
«Δεν είναι λίγη. Πρόσεξέ το, γιατί εκτίθεσαι.»
Γύρισα σπίτι και έκλαψα στο μπάνιο σιωπηλά, για να μην με ακούσει ο μικρός.
Η Ειρήνη; Στην αρχή έστελνε μηνύματα. «Τρέχω», «συγγνώμη», «είμαι σε εκπαίδευση», «θα σου βάλω λεφτά μόλις πληρωθώ». Μου έβαλε μία φορά εκατό ευρώ. Σε δυόμισι μήνες.
Ένα απόγευμα άνοιξα το ψυγείο και είχε μισό γάλα, λίγη φέτα και δύο ντομάτες. Το ενοίκιο έτρεχε, το ρεύμα είχε φουσκώσει, ο μικρός ήθελε παπούτσια γιατί τα παλιά τον χτυπούσαν. Κι εγώ μετρούσα κέρματα σχεδόν. Ντρεπόμουν και θύμωνα μαζί. Γιατί δεν μιλούσα; Γιατί το κατάπινα;
Η μάνα μας, κλασικά, έλεγε τα δικά της.
«Αδερφή σου είναι, βρε Μαρία. Το αίμα νερό δεν γίνεται.»
«Το δικό μου αίμα θα γίνει, μάνα, από την πίεση», της απάντησα και μετά ένιωσα τύψεις.
Αλλά ήταν αλήθεια.
Ο Νικόλας δεν έφταιγε σε τίποτα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Είχε αρχίσει να με πιάνει από το χέρι στον δρόμο σαν να ήμουν η ασφάλειά του. Μου έλεγε «θεία, θα έρθεις στη γιορτή του σχολείου;» και μου ράγιζε την καρδιά. Γιατί τον αγαπούσα. Πολύ. Αλλά άρχισα να χάνομαι.
Μια νύχτα, αφού τον έβαλα για ύπνο, είδα story της Ειρήνης. Καθόταν σε ένα μπαρ στην παραλία, με ποτό στο χέρι και λεζάντα «νέα αρχή». Ένιωσα κάτι να μου γυρίζει το στομάχι.
Την πήρα αμέσως.
«Επιτέλους το σήκωσες», της είπα.
«Μη φωνάζεις, είμαι έξω.»
«Είσαι έξω; Εγώ είμαι μέσα και πνίγομαι!»
Σιωπή.
«Μαρία, προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου.»
«Και με ποιανού πλάτη το κάνεις; Με τη δική μου; Ξέρεις ότι δεν κοιμάμαι; Ξέρεις ότι κινδυνεύω να χάσω τη δουλειά μου; Ξέρεις ότι το παιδί σου με ρωτάει κάθε βράδυ πότε θα γυρίσεις;»
Άκουσα ανάσα βαριά απ’ την άλλη πλευρά.
«Υπερβάλλεις.»
Εκεί λύγισα και αγρίεψα μαζί.
«Όχι. Τώρα άκου εσύ. Μέχρι το τέλος του μήνα είτε έρχεσαι να πάρεις τον Νικόλα είτε κανονίζεις σταθερά χρήματα και συγκεκριμένο πρόγραμμα. Και όχι, δεν θα εξαφανίζεσαι. Δεν είμαι ούτε δεύτερη μάνα ούτε δωρεάν λύση ανάγκης.»
«Αδερφή σου είμαι!» φώναξε.
«Ναι. Και γι’ αυτό σε κράτησα τόσο καιρό. Όχι για να με διαλύσεις.»
Το έκλεισα με τρεμάμενα χέρια. Ένιωθα σαν προδότρια. Και σαν άνθρωπος που επιτέλους ανέπνευσε.
Τρεις μέρες δεν μιλήσαμε. Μετά ήρθε. Όχι ήρεμη. Με νεύρα, άμυνες, παράπονα.
Στην κουζίνα, πάνω από έναν νεροχύτη γεμάτο πιάτα, είπαμε τα πιο σκληρά λόγια που έχουμε πει ποτέ.
«Δεν ξέρεις πώς είναι να μην έχεις επιλογές», μου είπε.
«Ξέρω πώς είναι να φορτώνεσαι τις επιλογές των άλλων», της απάντησα.
Ο Νικόλας καθόταν στο σαλόνι και ζωγράφιζε. Αυτό με τσάκισε.
Στο τέλος, για πρώτη φορά, δεν έκανα πίσω. Συμφωνήσαμε γραμμή-γραμμή σχεδόν. Σταθερό ποσό κάθε μήνα. Συγκεκριμένες μέρες που θα τον έχει εκείνη. Και προθεσμία να βρει σπίτι ώστε να τον πάρει μαζί της. Αν δεν τα τηρούσε, δεν θα συνέχιζα.
Το είπε ψυχρά, αλλά το δέχτηκε. Ίσως γιατί κατάλαβε ότι δεν μπλόφαρα. Ίσως γιατί είδε επιτέλους το πρόσωπό μου όπως ήταν: άυπνο, πρησμένο, εξαντλημένο.
Δεν έγιναν όλα μαγικά καλά. Μην τρελαθούμε. Ακόμα υπάρχει πίκρα. Ακόμα ο μικρός μπερδεύεται. Ακόμα κι εγώ καμιά φορά νιώθω ενοχές που χρειάστηκε να βάλω όρια σε άνθρωπό μου.
Αλλά έμαθα κάτι που δεν ήθελα να μάθω έτσι: η βοήθεια δεν είναι θυσία χωρίς τέλος. Και η αγάπη για την οικογένεια δεν σημαίνει να καίγεσαι αθόρυβα μέχρι να μη μείνει τίποτα από σένα.
Πείτε μου ειλικρινά… εσείς θα αντέχατε τόσο χωρίς να σπάσετε;
Και πότε η στήριξη στην οικογένεια γίνεται εκμετάλλευση;