«Δεν είμαι η δωρεάν νταντά σου»: Η μέρα που είπα στη γειτόνισσά μου αυτό που κρατούσα μέσα μου μήνες
«Πάλι; Μαρία, σοβαρά τώρα;» της είπα με το χέρι ακόμα στην πόρτα, ενώ η κατσαρόλα έβραζε στην κουζίνα και ο δικός μου γιος φώναζε από μέσα ότι δεν βρίσκει την τσάντα του για το φροντιστήριο.
Η Μαρία στεκόταν στο πλατύσκαλο με την κόρη της από το χέρι, βαμμένη πρόχειρα, με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που δεν ζητάει χάρη αλλά ανακοινώνει κάτι.
«Μισή ωρίτσα μόνο, Έλενα. Θα πεταχτώ μέχρι το κέντρο. Σε παρακαλώ.»
Μισή ωρίτσα. Αυτή η μισή ωρίτσα είχε γίνει μήνες τώρα τρεις ώρες, τέσσερις, ολόκληρα απογεύματα. Και το χειρότερο; Δεν με ρωτούσε πια στ’ αλήθεια. Υπέθετε.
Στην αρχή δεν ήταν έτσι. Όταν πρωτοήρθε στην πολυκατοικία, στον τρίτο, τη λυπήθηκα. Μόνη με ένα παιδί, χωρισμένη, να τρέχει για δουλειές, για μεροκάματα, για χαρτιά. Η μικρή της, η Σοφούλα, ήταν καλό παιδί. Ήσυχη, μαζεμένη, με εκείνα τα μάτια που σε κοιτάνε σαν να φοβούνται μη γίνουν βάρος. Πόσες φορές την πήρα εγώ από το σχολείο, επειδή η Μαρία «κόλλησε στην κίνηση» ή «δεν πρόλαβε από τη δουλειά»;
Στην αρχή το έκανα από καρδιάς. Ένα πιάτο φαγητό παραπάνω, ένας καναπές να ξαπλώσει το παιδί, λίγη συντροφιά ώσπου να γυρίσει η μάνα του. Έτσι δεν κάνουμε στις γειτονιές; Έτσι μεγάλωσα κι εγώ. Με ανοιχτές πόρτες, με ανθρώπους που βοηθάνε.
Μόνο που σιγά σιγά η βοήθεια έγινε πρόγραμμα. Χωρίς να το καταλάβω, είχα γίνει εγώ το πρόγραμμα.
«Έλενα, θα την πάρεις εσύ σήμερα από το σχολείο;»
«Έλενα, θα αργήσω λίγο, κράτα τη μικρή.»
«Έλενα, άστην να κοιμηθεί σε σένα αν χρειαστεί.»
Και όλα αυτά συνήθως τελευταία στιγμή. Μήνυμα στις δύο παρά δέκα, ενώ εγώ ήδη έστρωνα τραπέζι. Τηλέφωνο την ώρα που είχα βάλει σκούπα. Χτύπημα κουδουνιού ενώ ετοιμαζόμουν να φύγω για τη μάνα μου που είχε πίεση και με περίμενε.
Ο άντρας μου, ο Γιώργος, στην αρχή δεν έλεγε πολλά. Μετά άρχισε να νευριάζει.
«Δεν γίνεται κάθε μέρα αυτό, Έλενα.»
«Το ξέρω.»
«Όχι, δεν το ξέρεις. Γιατί κάθε φορά λες ναι.»
Είχε δίκιο, και αυτό με θύμωνε πιο πολύ. Όχι μαζί του. Με μένα.
Γιατί έλεγα ναι; Από τύψεις; Από φόβο μη με πούνε κακιά; Από εκείνη τη χαζή συνήθεια που έχουμε πολλές γυναίκες να σηκώνουμε βάρη που δεν είναι δικά μας για να μη χαλάσουμε την εικόνα μας;
Το αποκορύφωμα ήρθε μια Πέμπτη. Είχα ραντεβού με τον λογιστή για κάτι χρέη που μας είχαν μείνει από το μαγαζί του Γιώργου, που έκλεισε πέρσι. Ήμασταν στριμωγμένοι. ΕΝΦΙΑ, λογαριασμοί, φροντιστήριο, σούπερ μάρκετ με κομπιουτεράκι στο χέρι. Εκείνο το πρωί είχα ξυπνήσει με κόμπο στο στομάχι.
Στις μία και δέκα, μου ήρθε μήνυμα.
«Θα πάρεις τη Σοφία από το σχολείο; Έτυχε κάτι, δεν προλαβαίνω.»
Όχι «μπορείς;». Όχι «σε βολεύει;». Τίποτα.
Την πήρα τηλέφωνο αμέσως.
«Μαρία, δεν μπορώ σήμερα.»
Σιωπή για δύο δευτερόλεπτα.
«Πώς δεν μπορείς;»
Αυτό το “πώς” με χτύπησε χειρότερα κι από προσβολή. Σαν να της χρωστούσα υπηρεσία.
«Έχω δουλειά. Σοβαρή. Πρέπει να φύγω.»
«Και τι να κάνω τώρα;» μου πέταξε απότομα. «Να αφήσω τη δουλειά μου;»
Έσφιξα το τηλέφωνο τόσο που πόνεσαν τα δάχτυλά μου.
«Μαρία, εγώ τόσο καιρό σε βοηθάω. Δεν γίνεται να το θεωρείς δεδομένο κάθε μέρα.»
«Α, μάλιστα», είπε. «Δηλαδή σου πέφτει βάρος το παιδί μου.»
Εκεί λύγισα, αλλά όχι όπως περίμενε.
«Μη μου το γυρνάς έτσι. Δεν είναι βάρος η Σοφία. Βάρος είναι να με θυμάσαι μόνο όταν θες εξυπηρέτηση. Βάρος είναι να μην ρωτάς ποτέ αν μπορώ. Βάρος είναι να μπαίνεις σπίτι μου λες και είμαι η δωρεάν λύση σου.»
Σιωπή.
Άκουγα μόνο την ανάσα της.
Το βράδυ χτύπησε την πόρτα. Όχι για να ζητήσει συγγνώμη. Για να μου πει, με χαμηλή φωνή αλλά φαρμάκι, ότι «στην ανάγκη φαίνονται οι άνθρωποι».
Τότε άνοιξε και η πόρτα της κυρίας Βάσως απέναντι. Δεν ξέρω πόση ώρα άκουγε. Μας κοίταξε και είπε ξερά:
«Στην ανάγκη φαίνονται και τα όρια, Μαρία. Η Έλενα δεν είναι υποχρεωμένη.»
Η Μαρία κοκκίνισε. Πήρε τη μικρή από το χέρι και έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.
Το πιο άσχημο δεν ήταν ο καβγάς. Ήταν οι μέρες μετά. Στο ασανσέρ ούτε καλημέρα. Στην είσοδο ψίθυροι. Μια άλλη γειτόνισσα με ρώτησε τάχα αθώα αν «δεν τα πάνε καλά τα παιδιά όταν μένουν μαζί». Κατάλαβα. Η Μαρία είχε πει τη δική της εκδοχή.
Και για λίγο ένιωσα ενοχές. Πραγματικές ενοχές. Έβλεπα τη Σοφούλα στο μπαλκόνι και μου σφιγγόταν η καρδιά. Το παιδί δεν έφταιγε σε τίποτα.
Μετά, ένα απόγευμα, χτύπησε πάλι η πόρτα. Ήταν η Μαρία. Χωρίς ένταση αυτή τη φορά. Κουρασμένη. Πολύ.
«Ήρθα να σου πω… ότι ίσως το παράκανα.» Δεν με κοίταζε στα μάτια. «Απλώς είχα συνηθίσει ότι ήσουν εκεί.»
Δεν αγκαλιαστήκαμε. Δεν έγιναν όλα ξαφνικά ωραία. Αυτά δεν γίνονται στην αληθινή ζωή. Της είπα μόνο:
«Να βοηθήσω, ναι. Να με θεωρείς δεδομένη, όχι.»
Από τότε κρατάω τη μικρή καμιά φορά, όταν μπορώ πραγματικά. Αλλά τώρα ρωτάει. Και περιμένει απάντηση.
Τελικά, καμιά φορά δεν σε εξαντλεί η χάρη. Σε εξαντλεί η απαίτηση.
Και ακόμα το σκέφτομαι: όταν βάζεις όρια, γίνεσαι κακός άνθρωπος ή απλώς σταματάς να χάνεις τον εαυτό σου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα συνεχίζατε να βοηθάτε ή θα το κόβατε νωρίτερα;