«Τους δώσαμε όλες μας τις οικονομίες για να σώσουν το σπίτι τους… και τώρα με κοιτάνε σαν να τους χρωστάω κιόλας»

«Αν δεν τα δώσουμε τώρα, τη Δευτέρα θα τους το πάρει η τράπεζα», μου είπε ο Στέλιος με φωνή που έτρεμε, ενώ στεκόταν όρθιος στην κουζίνα, με το κινητό στο χέρι και τα μάτια κόκκινα. «Μιλάμε για το σπίτι που μεγάλωσε. Δεν μπορώ να τους αφήσω έτσι.»

Τον κοίταζα και ένιωθα το στομάχι μου δεμένο κόμπο. Στον λογαριασμό μας ήταν όλες μας οι οικονομίες. Χρήματα από τον γάμο, από υπερωρίες, από στερήσεις, από καλοκαίρια που δεν πήγαμε ούτε τριήμερο για να μαζέψουμε κάτι στην άκρη. Χρήματα για ένα παιδί που λέγαμε να κάνουμε. Για μια ασφάλεια, βρε αδερφέ.

«Και πότε θα τα πάρουμε πίσω;» τον ρώτησα.

«Σε λίγους μήνες. Το είπε ο πατέρας. Μόλις τακτοποιηθούν κάτι χαρτιά με το χωράφι στο χωριό.»

Το είπε τόσο γρήγορα, τόσο πρόχειρα, σαν να ήθελε να το πιστέψει πρώτα ο ίδιος.

Πήγαμε το ίδιο βράδυ στους γονείς του, στη Νίκαια. Η πεθερά μου, η Βάσω, έκλαιγε πριν καν καθίσουμε. Ο πεθερός μου, ο Λευτέρης, έκανε βόλτες στο σαλόνι με τσιγάρο στο χέρι, παρότι του είχαμε πει εκατό φορές ότι εγώ έχω άσθμα.

«Παιδιά, μας σώζετε», είπε και μας έπιασε τα χέρια. «Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Με το που πουληθεί το χωράφι, πρώτα εσάς θα ξεχρεώσω.»

Εγώ τότε μαλάκωσα. Γιατί όσο κι αν είχα ένστικτο ότι κάτι δεν πάει καλά, ποιος λέει όχι σε ανθρώπους που τρέμουν ότι θα χάσουν το σπίτι τους; Ποιος αντέχει να είναι ο κακός εκείνη τη στιγμή;

Την επόμενη μέρα σηκώσαμε σχεδόν τα πάντα. Μείναμε με κάτι λίγα για το νοίκι και τους λογαριασμούς. Θυμάμαι το χέρι μου να πατάει την έγκριση της μεταφοράς και να ιδρώνει. Ένιωσα σαν να ξερίζωσα κάτι από μέσα μου.

Στην αρχή, κάθε φορά που πηγαίναμε από εκεί, άκουγα το ίδιο τροπάρι. «Να είστε καλά, παιδιά μου», «μόνο για λίγο είναι», «δεν θα σας αδικήσουμε».

Μετά πέρασαν τρεις μήνες.

Έξι.

Μετά ένας χρόνος.

Και ξαφνικά άλλαξε ο τόνος.

«Τώρα βρε Ελένη, μέσα στην οικογένεια θα τα μετράμε;» μου είπε μια μέρα η Βάσω, ενώ έκοβε ντομάτες στην κουζίνα σαν να λέγαμε για ψώνια από το μανάβικο. Έμεινα να την κοιτάω.

«Συγγνώμη;»

«Ε, τι συγγνώμη; Για τους γονείς του άντρα σου μιλάμε. Σπίτι οικογενειακό είναι. Αύριο-μεθαύριο δικό σας θα μείνει.»

Ένιωσα να ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου. Δικό μας; Ποιο δικό μας; Ένα σπίτι που σώθηκε με τα λεφτά μας αλλά κανείς δεν ήθελε ούτε να το αναγνωρίσει σωστά.

Το βράδυ, στο αμάξι, ξέσπασα.

«Άκουσες τι είπε η μάνα σου; Ότι ήταν οικογενειακή υποχρέωση. Όχι δανεικά. Υποχρέωση.»

Ο Στέλιος έσφιγγε το τιμόνι και δεν μιλούσε.

«Μίλα μου!» φώναξα. «Εγώ είμαι η τρελή;»

«Μην το κάνεις χειρότερο τώρα…» είπε χαμηλά.

Αυτό με αποτέλειωσε. Όχι τα λεφτά. Αυτή η πρόταση. Γιατί κατάλαβα ότι δεν ήμουν απέναντι μόνο στους γονείς του. Ήμουν μόνη.

Από τότε άρχισαν οι καβγάδες μας για τα πάντα. Για το σούπερ μάρκετ. Για τον λογαριασμό της ΔΕΗ. Για το ότι χάλασε το πλυντήριο και δεν είχαμε να το αλλάξουμε χωρίς δόσεις. Εγώ μετρούσα τα κέρματα και η πεθερά μου ανέβαζε φωτογραφίες από τραπέζια στο χωριό και βαφτίσια, με καινούρια ρούχα και χαμόγελα μέχρι τ’ αυτιά.

Μια Κυριακή, στο τραπέζι, ο Λευτέρης είπε μπροστά σε όλους: «Εμείς τα παιδιά μας τα μεγαλώσαμε με αίμα. Αν μας βοηθήσουν τώρα, δεν θα τους πέσει και το χέρι.»

Δεν κρατήθηκα.

«Βοηθήσαμε, Λευτέρη. Δεν χαρίσαμε.»

Πάγωσαν όλοι.

Η Βάσω άφησε κάτω το πιρούνι. «Αν τα λες έτσι, να μην ξανάρθετε.»

Ο Στέλιος πετάχτηκε όρθιος. «Μάνα!»

«Τι μάνα;» φώναξα κι εγώ. «Ένα ευχαριστώ δεν είπατε ποτέ χωρίς “αλλά”. Ούτε ένα χαρτί δεν υπογράψατε. Μας αδειάσατε και τώρα φταίω κιόλας;»

Στο γυρισμό δεν μιλούσε κανείς. Μόνο ο ήχος από τα φλας και η ανάσα μου που έβγαινε κοφτή.

Δύο μέρες μετά, βρήκα τον Στέλιο στο μπαλκόνι να καπνίζει κρυφά, ενώ το είχε κόψει χρόνια. Αυτό μόνο έδειχνε πόσο είχε φτάσει στα όριά του.

«Ο πατέρας λέει πως αν τους πιέσουμε, θα πάθει τίποτα η μάνα», μου είπε χωρίς να με κοιτάξει.

«Και εγώ τι θα πάθω, Στέλιο;» του απάντησα. «Εγώ που δεν κοιμάμαι; Που νιώθω ότι με χρησιμοποίησαν; Εγώ δεν είμαι οικογένειά σου;»

Γύρισε τότε και με κοίταξε σαν χαμένος. Σαν παιδί που το τραβάνε από τα δύο χέρια.

«Είσαι. Αλλά είναι και αυτοί.»

Ναι. Αυτό είναι το πρόβλημα. Ότι για εκείνον είμαι το “και”. Όχι το πρώτο.

Τώρα έχω στα χέρια μου μηνύματα, την απόδειξη της μεταφοράς, και μια ξαδέρφη που μου λέει να μιλήσω με δικηγόρο πριν κάνουν ότι δεν θυμούνται τίποτα. Από την άλλη, αν το πάω νομικά, ξέρω πως δεν θα υπάρχει γυρισμός. Θα σπάσουν όλα. Ίσως και ο γάμος μου μαζί.

Και κάθομαι τα βράδια στην κουζίνα, εκεί που ξεκίνησαν όλα, και σκέφτομαι: αν δεν υπερασπιστώ αυτό που χτίσαμε με τόσο κόπο, ποιος θα το κάνει για μένα;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα ζητούσατε τα λεφτά μέχρι τέλους ή θα καταπίνατε την αδικία για να μη διαλυθεί η οικογένεια;