Την έβγαλα έξω από το σπίτι μου μπροστά σε όλους, όταν η πεθερά μου με ταπείνωσε άλλη μια Κυριακή κι ο άντρας μου δεν είπε ούτε λέξη
Εκείνη την Κυριακή ένιωσα να σπάω μπροστά στο τραπέζι που είχα στρώσει με τα χέρια μου. Για χρόνια κατάπινα σχόλια, ειρωνείες και μικρές μαχαιριές από την πεθερά μου, ενώ ο άντρας μου καθόταν δίπλα και σιωπούσε. Όταν με πρόσβαλε ξανά για το σπίτι και τα παιδιά μου, της είπα να φύγει και να μην ξαναπατήσει. Από τότε το σπίτι μου γέμισε παγωνιά και ο γάμος μου κρέμεται κάπου ανάμεσα στη μάνα του και σε μένα.