Την έβγαλα έξω από το σπίτι μου μπροστά σε όλους, όταν η πεθερά μου με ταπείνωσε άλλη μια Κυριακή κι ο άντρας μου δεν είπε ούτε λέξη

«Αυτό το παστίτσιο το άφησες πάλι να στεγνώσει. Τα παιδιά έτσι τα μεγαλώνεις; Στο πόδι και όπως να ’ναι;»

Το είπε και ακούμπησε το πιρούνι της στο πιάτο με εκείνο το ύφος το ήσυχο, το τάχα αθώο, που με τρέλαινε περισσότερο απ’ όλα. Σαν να μην είχε πετάξει μόλις άλλη μία πέτρα μέσα μου. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, συνέχισε να κόβει ψωμί. Ούτε βλέμμα. Ούτε ένα «μαμά, φτάνει».

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τα αυτιά μου να καίνε. Η κουζίνα μύριζε κανέλα, ντομάτα και ψημένο κιμά. Τα παιδιά ήταν δίπλα, ο Μανώλης κι η Δάφνη, και είχαν παγώσει. Το κυριακάτικο τραπέζι που είχα ετοιμάσει από το πρωί, με ψώνια μετρημένα μέχρι το τελευταίο ευρώ, είχε γίνει πάλι δικαστήριο.

Η πεθερά μου, η κυρία Ευανθία, δεν με συμπάθησε ποτέ. Από τότε που παντρεύτηκα τον Στέλιο, πάντα έβρισκε κάτι. Αν το σπίτι ήταν καθαρό, έλεγε πως «εντάξει, αλλά το παιδικό είναι λίγο ακατάστατο». Αν τα παιδιά έπαιρναν καλούς βαθμούς, πετούσε ένα «καλά, το φροντιστήριο τα κάνει αυτά». Αν εγώ ήμουν κουρασμένη, το γύριζε σε επίθεση. «Εμείς μεγαλώσαμε τρία παιδιά χωρίς να παραπονιόμαστε».

Εμείς.

Αυτό το «εμείς» λες και ήμουν πάντα απ’ έξω.

Τα τελευταία δύο χρόνια τα πράγματα είχαν αγριέψει. Ο Στέλιος είχε μείνει για μήνες με μειωμένο ωράριο στη δουλειά. Εγώ έκανα καθαριότητες σε δύο σπίτια το πρωί και το απόγευμα έτρεχα για τα παιδιά, σούπερ μάρκετ, λογαριασμούς, μαθήματα, γιαγιάδες, τα πάντα. Δεν ντρεπόμουν για τη δουλειά μου. Ντρεπόμουν μόνο που κάθε φορά που η Ευανθία ερχόταν σπίτι, έψαχνε τρόπο να μου θυμίσει ότι δεν ήμουν αρκετή.

«Τα αγόρια θέλουν μάνα από πάνω τους», έλεγε για τον Μανώλη, λες και ήταν δεκαπέντε και όχι εννιά.

«Το κοριτσάκι έχει γίνει πολύ νευρικό. Όλα από το σπίτι ξεκινάνε.»

«Ο Στέλιος αδυνάτισε. Τον προσέχεις καθόλου;»

Όλα αυτά μπροστά του. Κι εκείνος; Σιωπή. Πάντα η ίδια άθλια, βολική σιωπή.

Τον είχα παρακαλέσει πολλές φορές.

«Μίλα της, σε παρακαλώ. Δεν αντέχω άλλο να με μειώνει μέσα στο σπίτι μου.»

Κι εκείνος κατέβαζε το βλέμμα.

«Ξέρεις πώς είναι η μάνα μου. Μη δίνεις σημασία.»

Μη δίνω σημασία. Σε λόγια που έπεφταν πάνω μου κάθε εβδομάδα σαν σταγόνες και με είχαν τρυπήσει ολόκληρη.

Εκείνη την Κυριακή είχε έρθει από νωρίς. Μπήκε μέσα, κοίταξε τον νεροχύτη που είχα αφήσει με δύο ποτήρια γιατί έτρεχα να ντύσω τη Δάφνη, και χαμογέλασε στραβά.

«Χαμός εδώ μέσα. Δεν προλαβαίνεις, ε;»

Έκανα πως δεν άκουσα. Μετά σχολίασε ότι το τραπεζομάντιλο ήταν ασιδέρωτο. Μετά ότι ο Μανώλης κρατούσε λάθος το πιρούνι. Μετά ότι η Δάφνη έβηχε «γιατί όλο ξυπόλυτη την αφήνετε». Στο «την αφήνετε» κοίταξε μόνο εμένα.

Κάτι είχε ήδη ραγίσει.

Όταν κάτσαμε να φάμε, ξεκίνησε πάλι.

«Εγώ στη θέση σου θα είχα λίγο πιο συμμαζεμένο το σπίτι όταν καλώ κόσμο. Αλλά ο καθένας όπως έμαθε.»

Την κοίταξα.

«Κόσμο; Εσείς είστε γιαγιά των παιδιών, δεν είστε καλεσμένη.»

Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια.

«Μη μιλάς έτσι. Αν ήμουν εγώ μάνα σε αυτό το σπίτι, αλλιώς θα ήταν όλα. Τα παιδιά θέλουν πρόγραμμα, φαγητό της προκοπής και μια γυναίκα να στέκεται σωστά.»

Ο Στέλιος τότε ήπιε νερό. Αυτό έκανε. Ήπιε νερό.

Και εκεί έσπασα.

«Στέλιο, θα μιλήσεις επιτέλους;»

Σήκωσε τους ώμους. «Μην το κάνουμε θέμα τώρα.»

Τώρα. Πότε δηλαδή; Όταν θα με πατούσε τελείως;

Γύρισα στην Ευανθία και δεν αναγνώριζα τη φωνή μου. Έτρεμε, αλλά ήταν καθαρή.

«Ακούστε με καλά. Αρκετά. Δεν θα ξαναέρθετε σπίτι μου για να με προσβάλλετε μπροστά στα παιδιά μου.»

Πάγωσαν όλοι.

«Τι είπες;» μου είπε χαμηλόφωνα.

«Είπα ότι δεν είστε πια καλοδεχούμενη εδώ μέσα, όσο δεν σέβεστε εμένα. Τέλος.»

Ο Στέλιος πετάχτηκε όρθιος.

«Έχεις τρελαθεί; Είναι η μάνα μου!»

«Κι εγώ είμαι η γυναίκα σου!» φώναξα τόσο δυνατά που η Δάφνη έβαλε τα κλάματα. «Και τόσα χρόνια δεν με προστάτεψες ούτε μία φορά.»

Η Ευανθία σηκώθηκε αργά, πήρε την τσάντα της και με κοίταξε σαν να ήμουν ξένη.

«Να σε χαίρεται», είπε στον Στέλιο. «Μόνη σου τα έκανες όλα αυτά.»

Μόλις έκλεισε η πόρτα, έπεσε μια σιωπή βαριά, αποπνικτική. Άκουγα μόνο τη Δάφνη να ρουφάει τη μύτη της. Ο Μανώλης κοιτούσε το πιάτο του και δεν μιλούσε. Αυτό με διέλυσε πιο πολύ απ’ όλα. Τα παιδιά είχαν συνηθίσει την ένταση. Αυτό ήταν το χειρότερο.

Το βράδυ τσακωθήκαμε άσχημα.

«Με έφερες σε πολύ δύσκολη θέση», μου είπε ο Στέλιος.

Γέλασα, πικρά, κουρασμένα. «Εσύ; Εσύ ήσουν σε δύσκολη θέση;»

«Είναι μάνα μου.»

«Και εγώ τι είμαι; Η γυναίκα που καθαρίζει, μαγειρεύει, δουλεύει, μεγαλώνει τα παιδιά σου και μετά πρέπει να ακούει ότι δεν κάνει τίποτα σωστά;»

Δεν απάντησε αμέσως. Πέρασε το χέρι του από το πρόσωπό του και κάθισε στον καναπέ σαν να είχε αδειάσει.

«Δεν ήθελα να διαλέξω πλευρά.»

«Μα διάλεξες. Κάθε φορά που σωπαίνεις, διαλέγεις.»

Από τότε μένουμε σαν συγκάτοικοι. Μιλάμε μόνο για τα απαραίτητα. Ποιος θα πάρει τη Δάφνη από το μπαλέτο, ποιος θα πάει τον Μανώλη μπάλα, αν πληρώθηκε η ΔΕΗ. Η Ευανθία δεν έχει ξανάρθει, αλλά τηλεφωνεί συνέχεια στον Στέλιο. Τον ακούω να μιλάει σιγανά στο μπαλκόνι. Κι εγώ μέσα, να μαζεύω πιάτα και θυμό.

Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό με τον σωστό τρόπο. Ξέρω μόνο ότι αν δεν το έλεγα εκείνη τη μέρα, θα αρρώσταινα στ’ αλήθεια. Κάποια στιγμή πρέπει να βάλεις όριο, αλλιώς χάνεσαι και δεν το καταλαβαίνεις καν.

Πείτε μου μόνο αυτό: πόσο ακόμα πρέπει να αντέξει μια γυναίκα για να μη θεωρηθεί η «κακιά» της ιστορίας;

Και ένας άντρας που δεν υπερασπίζεται τη γυναίκα του, μπορεί μετά να λέει ότι αγαπάει και τις δύο το ίδιο;