Γύρισα στο σπίτι του πατέρα μου για να ρωτήσω τη μητέρα μου γιατί τον πρόδωσε, και όσα άκουσα εκείνο το βράδυ άλλαξαν όλη μου τη ζωή
«Μη μου πεις πάλι ότι κουράστηκες, μαμά. Όταν έκρυβες τον άλλον τόσα χρόνια δεν κουραζόσουν;»
Η φωνή μου βγήκε πιο σκληρή απ’ όσο περίμενα. Η μητέρα μου άφησε κάτω το ποτήρι με το νερό και με κοίταξε σαν να την είχα χαστουκίσει. Στην κουζίνα μύριζε ακόμα ελληνικός καφές και χλωρίνη. Το ίδιο σπίτι, τα ίδια ντουλάπια, το ίδιο ρολόι πάνω από το ψυγείο. Μόνο που ο πατέρας μου δεν ήταν πια στο τραπέζι να γυρίσει και να πει «ηρεμήστε και οι δύο».
Είχαν περάσει οκτώ μήνες από τότε που έφυγε ξαφνικά. Έμφραγμα, ένα μεσημέρι του Αυγούστου, ενώ είχε κατέβει μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα και ψωμί. Ο πατέρας μου, ο Στέλιος, έπεσε στον δρόμο δυο στενά από το σπίτι μας. Και εγώ έτρεχα από την Καλλιθέα στο νοσοκομείο με το φόρεμα της δουλειάς, ενώ η μάνα μου, η Μαρία, ούρλιαζε στο τηλέφωνο σαν να της ξερίζωναν την ψυχή.
Κι όμως, εγώ ήξερα.
Δύο χρόνια πριν πεθάνει, είχα βρει κατά λάθος τα μηνύματα. Το κινητό της ήταν πάνω στον πάγκο και αναβόσβηνε. «Μου λείπεις ήδη». «Χθες ήσουν φωτιά». «Πότε θα σε δω χωρίς φόβο;» Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω. Το όνομα ήταν σωσμένο σαν «Ελένη κομμώτρια». Γελοίο ψέμα. Όταν την είχα στριμώξει τότε, είχε γίνει άσπρη σαν το πανί.
«Μη μιλήσεις στον πατέρα σου», μου είχε πει ψιθυριστά. «Δεν ξέρεις τίποτα.»
Αυτό το «δεν ξέρεις τίποτα» έγινε καρφί μέσα μου. Δεν του μίλησα. Από φόβο; Από δειλία; Από την ψευδαίσθηση ότι ίσως τελείωσε; Δεν ξέρω. Και μετά ο πατέρας μου πέθανε, κι εγώ έμεινα με μια ενοχή που με ξυπνούσε τη νύχτα.
Εκείνο το βράδυ πήγα αποφασισμένη να τα βγάλω όλα. Δεν άντεχα άλλο να πηγαίνω Κυριακές για φαγητό, να τρώμε φασολάκια και να μιλάμε για λογαριασμούς ΔΕΗ και υγρασία στο πίσω δωμάτιο, λες και δεν είχε σαπίσει κάτι πολύ βαθύτερο ανάμεσά μας.
«Γιατί;» της είπα. «Αυτό θέλω μόνο. Γιατί; Τον κορόιδευες χρόνια και εγώ έπρεπε να σε βλέπω να κλαις στην κηδεία λες και ήσουν η πιο αδικημένη γυναίκα στον κόσμο.»
Έσφιξε την ποδιά της στα χέρια. Η μάνα μου πάντα φορούσε ποδιά μέσα στο σπίτι, ακόμα κι όταν δεν μαγείρευε. Σαν πανοπλία.
«Νομίζεις ότι ήταν τόσο απλό;» μου είπε.
«Α, όχι; Για πες μου πόσο δύσκολη είναι η απιστία.»
Σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα έτριξε στο πλακάκι.
«Μη μου μιλάς έτσι. Είμαι η μάνα σου.»
«Και αυτό τι σημαίνει; Ότι πρέπει να καταπιώ τα πάντα; Ότι επειδή είσαι η μάνα μου, δεν διέλυσες το σπίτι;»
Έμεινε για λίγο ακίνητη. Μετά κάθισε πάλι, αλλά σαν να είχε μικρύνει.
«Το σπίτι αυτό είχε διαλυθεί πολλά χρόνια πριν το καταλάβεις εσύ», είπε σιγά.
Εκεί κόλλησα. Δεν περίμενα άρνηση, ούτε φωνές. Περίμενα δικαιολογίες φτηνές. Όχι αυτή τη φράση.
«Ο πατέρας σου ήταν καλός άνθρωπος», συνέχισε. «Καλός πατέρας. Αλλά σαν άντρας… ήταν αλλού. Χρόνια. Ψυχρός. Απότομος. Με έκανε να νιώθω σαν έπιπλο. Στην αρχή μίλαγα. Μετά παρακαλούσα. Μετά σώπασα.»
Γέλασα νευρικά.
«Και η λύση ήταν να βρεις άλλον;»
«Η λύση ήταν να αντέξω», είπε και χτύπησε το τραπέζι με την παλάμη. «Αυτό έκανα είκοσι πέντε χρόνια. Άντεξα τις προσβολές του, τις σιωπές του, τα νεύρα του όταν δεν έβγαιναν τα λεφτά, το ότι γύριζε σπίτι και δεν με κοίταζε καν. Ξέρεις πόσες φορές κοιμήθηκα μόνη ενώ ήταν δίπλα μου; Ξέρεις πώς είναι να σου μιλάει μόνο για λογαριασμούς, για το συνεργείο, για το αν πλήρωσες τον ΕΝΦΙΑ;»
Άνοιξα το στόμα μου να απαντήσω, αλλά δεν βγήκε τίποτα.
Ναι, θυμόμουν τα νεύρα του. Θυμόμουν πόσο εύκολα βάραινε η ατμόσφαιρα όταν αργούσε το ενοίκιο από το μικρό διαμέρισμα της γιαγιάς. Θυμόμουν τη μάνα μου να λέει «μην του μιλάς τώρα» και να μου κάνει νόημα με τα μάτια. Αλλά στο δικό μου μυαλό εκείνος ήταν ο σταθερός. Ο δικός μου άνθρωπος.
«Και μ’ αγαπούσε;» τη ρώτησα ξαφνικά. «Εσένα; Σε αγάπησε ποτέ;»
Τα μάτια της γέμισαν.
«Με τον τρόπο που μπορούσε. Αλλά μερικές φορές αυτό δεν φτάνει. Και ντρέπομαι που το λέω τώρα, αφού πέθανε. Ντρέπομαι πολύ.»
Έσκυψε και έπιασε το πρόσωπό της. Για πρώτη φορά δεν έβλεπα τη γυναίκα που πρόδωσε τον πατέρα μου. Έβλεπα μια κουρασμένη γυναίκα εξήντα χρονών, με σκασμένα χέρια από τα απορρυπαντικά και μια ζωή που την κατάπιε λίγο λίγο.
«Πόσο καιρό;» ρώτησα.
«Έξι χρόνια.»
Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.
«Και τον αγαπούσες;»
«Όχι όπως νομίζεις. Ήταν… ένα μέρος όπου δεν ήμουν αόρατη.»
Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα. Γιατί ήταν ανθρώπινο. Και ακριβώς γι’ αυτό ήταν αβάσταχτο.
«Γιατί δεν έφυγες;» της είπα.
Χαμογέλασε πικρά.
«Να πάω πού; Με τι λεφτά; Στα πενήντα μου; Με έναν άντρα που μια ήταν εδώ, μια όχι; Στην Ελλάδα δεν είναι όλα όπως τα λένε στις σειρές. Υπήρχε δάνειο, υπήρχε εσύ, υπήρχε ο κόσμος, η ντροπή, οι γονείς μας. Και υπήρχε κι ένας φόβος… ότι ίσως δεν άξιζα κάτι άλλο.»
Σηκώθηκα και πήγα στο νεροχύτη. Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήθελα να θυμώσω κι άλλο. Να της πω ότι ό,τι και να πέρασε, δεν είχε δικαίωμα. Και ακόμα το πιστεύω. Αλλά την ίδια στιγμή κάτι μέσα μου έσπαγε, γιατί καταλάβαινα πως ο γάμος τους δεν ήταν η ιστορία που είχα φτιάξει εγώ για να αντέχω.
«Αν ζούσε ακόμα, θα του το έλεγες;» τη ρώτησα χωρίς να γυρίσω.
Άργησε πολύ να απαντήσει.
«Όχι», είπε τελικά. «Και αυτό είναι η ντροπή μου.»
Γύρισα και την είδα να κλαίει αθόρυβα. Όχι σαν στην κηδεία. Τότε είχε κόσμο. Τώρα δεν είχε πού να κρυφτεί.
Κάθισα απέναντί της. Δεν την αγκάλιασα. Δεν ήμουν έτοιμη για τέτοια. Απλώς κάθισα.
«Δεν σε συγχωρώ ακόμα», της είπα.
Έγνεψε.
«Ούτε εγώ συγχωρώ τον εαυτό μου», απάντησε.
Μείναμε έτσι ώρα. Με το ρολόι να χτυπάει και τη γειτόνισσα από πάνω να σέρνει καρέκλες, σαν να συνέχιζε κανονικά η ζωή ενώ εμείς ανοίγαμε ένα δωμάτιο κλειστό για χρόνια.
Εκείνο το βράδυ δεν λύθηκαν όλα. Δεν γίναμε ξαφνικά μάνα και κόρη όπως στις ταινίες. Αλλά για πρώτη φορά μιλήσαμε αληθινά, χωρίς ρόλους, χωρίς «μην πεις τίποτα στη γειτονιά», χωρίς ψέματα για να σταθεί όρθιο ένα σπίτι που μέσα του είχε ήδη γκρεμιστεί.
Ακόμα δεν ξέρω αν η αλήθεια γιατρεύει ή απλώς αλλάζει το είδος του πόνου. Εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε τη μάνα σας; Κι αν όχι, πόσα χρόνια αντέχει μια καρδιά να μένει θυμωμένη;