«Δεν είμαι μηχανή»: Όταν κατέρρευσα φροντίζοντας την πεθερά μου μόνη, ο άντρας μου αναγκάστηκε επιτέλους να δει την αλήθεια

«Πάλι δεν της έδωσες το χάπι στις έξι;» μου φώναξε ο Γιώργος από το σαλόνι, ενώ εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με τη σακούλα από το σούπερ μάρκετ να μου έχει κόψει τα δάχτυλα.

Γύρισα και τον κοίταξα σαν να μην τον ήξερα. Η κυρία Μαρία, η πεθερά μου, βογκούσε από το δωμάτιο. Το κινητό μου χτυπούσε από τη δουλειά. Η κατσαρόλα είχε ξεχειλίσει. Και ο Γιώργος, αντί να σηκωθεί, με κοίταζε με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που πιστεύει ότι όλα γίνονται κάπως… μόνα τους.

«Γιώργο, μόλις μπήκα σπίτι.»

«Ε, και; Έπρεπε να το έχεις προβλέψει.»

Αυτό το “έπρεπε” ήταν που με διέλυσε.

Η πεθερά μου είχε αρχίσει να πέφτει μετά το εγκεφαλικό. Στην αρχή λέγαμε πως θα ήταν προσωρινό. Λίγη βοήθεια, λίγη υπομονή, και θα βρίσκαμε ρυθμό. Μόνο που ο “ρυθμός” σήμαινε ότι εγώ ξυπνούσα στις 6, ετοίμαζα καφέδες, άλλαζα σεντόνια αν είχε λερωθεί τη νύχτα, έφευγα τρέχοντας για τη δουλειά στον Κολωνό, γυρνούσα με σακούλες, φάρμακα, πάνες, και μετά ξεκινούσε η δεύτερη βάρδια.

Ο Γιώργος δούλευε κι αυτός, ναι. Αλλά στο μυαλό του η δική του κούραση ήταν δουλειά, ενώ η δική μου ήταν υποχρέωση. Η αδελφή του, η Σταυρούλα, έπαιρνε τηλέφωνο κάθε απόγευμα.

«Η μαμά έφαγε;»

«Ναι, Σταυρούλα.»

«Μην της δίνεις πολλά αλάτια, ξέρεις τι είπε ο γιατρός.»

Ήθελα να της πω να έρθει να της βράσει εκείνη το άνοστο κοτόπουλο. Δεν το έλεγα. Κρατιόμουν.

Η κυρία Μαρία δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ούτε πριν αρρωστήσει. Από τις πρώτες μέρες του γάμου μας έβρισκε τρόπο να με τσιγκλάει.

«Η δική μας γενιά δεν παραπονιόταν τόσο.»

Το έλεγε και τώρα, με σβηστή φωνή, ακόμη κι όταν της άλλαζα ρούχα και η μέση μου πετούσε φωτιές.

Μια Πέμπτη έπαθα κρίση πανικού στο λεωφορείο. Νόμιζα ότι πάθαινα έμφραγμα. Κατέβηκα στην Αχαρνών, έκατσα σε ένα πεζούλι και έκλαιγα χωρίς ήχο. Με πήρε η προϊσταμένη μου.

«Ελένη, θα μπεις στην τηλεδιάσκεψη;»

Της είπα ψέματα. Ότι είχα ζαλάδα. Δεν μπορούσα να της πω ότι δεν θυμόμουν πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμήθηκα τέσσερις ώρες συνεχόμενα.

Το ίδιο βράδυ βρήκα τον Γιώργο στην τηλεόραση. Η μάνα του φώναζε από μέσα.

«Νερό… Ελένη…»

Δεν σηκώθηκε. Ούτε γύρισε καν το κεφάλι.

Πήγα στην πόρτα του σαλονιού και του είπα ήσυχα, τόσο ήσυχα που τρόμαξα κι εγώ με τη φωνή μου:

«Αν δεν σηκωθείς τώρα, θα φύγω.»

Με κοίταξε και γέλασε νευρικά.

«Μη λες βλακείες.»

«Δεν λέω βλακείες. Δεν αντέχω άλλο. Εγώ δουλεύω. Εγώ τη φροντίζω. Εγώ ακούω την αδελφή σου να με ελέγχει. Εγώ δεν κοιμάμαι. Κι εσύ κάθεσαι.»

Σηκώθηκε απότομα.

«Δηλαδή τι θες; Να παρατήσω τη μάνα μου σε ξένους;»

Εκεί έγινε το κακό.

«Σε ξένους; Εγώ τι είμαι, Γιώργο; Νοσοκόμα σου; Υπηρέτρια; Γιατί γυναίκα σου σίγουρα δεν με φέρεσαι!»

Άνοιξε η πόρτα του δωματίου και η κυρία Μαρία μας κοίταζε με μάτια θολά αλλά ξύπνια. Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μιλούσε. Μόνο το ρολόι της κουζίνας ακουγόταν.

Την επόμενη μέρα ήρθε και η Σταυρούλα. Όχι για να βοηθήσει. Για να κάνει σκηνή.

«Αν δεν μπορείς, να το πεις. Μην ξεσπάς πάνω σε άρρωστο άνθρωπο.»

Την κοίταξα και ένιωσα κάτι να σπάει μέσα μου, καθαρά αυτή τη φορά. Όχι με φωνές. Με απόφαση.

«Ωραία. Δεν μπορώ. Και το λέω τώρα. Από Δευτέρα θα έρθει επαγγελματίας φροντίστρια. Αν δεν συμφωνείτε, ελάτε να μείνετε εσείς εδώ. Μόνιμα. Όχι για δύο ώρες και μετά αντίο.»

Ο Γιώργος πετάχτηκε.

«Και πού θα βρεθούν τα λεφτά;»

Γέλασα πικρά. «Α, τώρα θυμήθηκες τα λεφτά; Όταν εγώ πλήρωνα φάρμακα από τον μισθό μου γιατί “θα τα βρούμε”, δεν σε ένοιαζε.»

Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Για πρώτη φορά δεν μάζεψα τα λόγια μου πίσω.

Τις επόμενες μέρες το σπίτι ήταν παγωμένο. Ο Γιώργος δεν μου μιλούσε σχεδόν καθόλου. Η Σταυρούλα έστελνε μηνύματα όλο υπονοούμενα. «Η μάνα μας δεν είναι βάρος.» Πόσο εύκολο να το γράφεις αυτό από το δικό σου σπίτι.

Τελικά ήρθε μια κυρία, η Δέσποινα. Ήρεμη, έμπειρη, με χέρια σταθερά. Από το πρώτο πρωινό η κυρία Μαρία ήταν πιο ήσυχη. Εγώ κοιμήθηκα ένα ολόκληρο βράδυ χωρίς να πεταχτώ τρεις φορές. Ξύπνησα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν θυμόμουν γιατί ένιωθα τόσο ελαφριά. Μετά κατάλαβα. Δεν είχα περάσει τη νύχτα σε επιφυλακή.

Ο Γιώργος άργησε να το παραδεχτεί. Μια εβδομάδα μετά, στην κουζίνα, όσο έπινε καφέ, μου είπε χωρίς να με κοιτάει:

«Δεν είχα καταλάβει ότι είχες φτάσει έτσι.»

Θύμωσα πιο πολύ μ’ αυτό το “δεν είχα καταλάβει” παρά με όλα τα προηγούμενα. Πώς δεν καταλαβαίνεις έναν άνθρωπο που σέρνεται μπροστά σου κάθε μέρα;

«Δεν ήθελες να καταλάβεις», του είπα.

Δεν απάντησε. Και ίσως αυτή να ήταν η πιο ειλικρινής του στιγμή.

Από τότε δεν έγιναν όλα ωραία. Μην λέμε ψέματα. Η πίκρα έμεινε. Η σχέση μου με την πεθερά μου έμεινε δύσκολη. Με τον Γιώργο παλεύουμε ακόμα να ξαναβρούμε κάτι που έσπασε τότε. Αλλά τουλάχιστον τώρα, όταν η μάνα του χρειάζεται κάτι, σηκώνεται κι εκείνος.

Και εγώ έμαθα κάτι που άργησα πολύ να μάθω: όταν όλοι σε έχουν βολευτεί σιωπηλή, το να βάλεις όριο τους φαίνεται σκληρότητα.

Πείτε μου ειλικρινά, εσείς πόσο θα αντέχατε πριν σπάσετε;

Και γιατί σε τόσα σπίτια η φροντίδα θεωρείται ακόμα “υπόθεση της γυναίκας”;