Μπήκαμε για λίγο στο σπίτι της πεθεράς μου και έφτασα να μετράω τις μπουκιές των παιδιών μου από τον φόβο μου
«Μαμά, κρυώνω…» είπε ο μικρός μου ο Δημήτρης, με τα χέρια του παγωμένα, κι εκείνη τη στιγμή άκουσα το κλικ από τον πίνακα.
Η πεθερά μου είχε κατεβάσει πάλι τον θερμοσίφωνα και είχε σβήσει το καλοριφέρ στο σαλόνι. Γύρισα και την κοίταξα. Στεκόταν στην πόρτα με τη ζακέτα της κουμπωμένη μέχρι πάνω, λες και έκανε κάτι απόλυτα φυσιολογικό.
«Δεν γίνεται να καίγονται όλα όλη μέρα. Ποιος θα τα πληρώσει;» είπε ξερά.
Εκεί κατάλαβα ότι αυτοί οι «δυο-τρεις μήνες ώσπου να βρείτε κάτι» δεν θα περνούσαν ήσυχα.
Είχαμε φύγει από το νοίκι μας στο Περιστέρι γιατί ο ιδιοκτήτης αποφάσισε ξαφνικά να πουλήσει το διαμέρισμα. Με δυο παιδιά, ενοίκια στα ύψη και τον μισθό του άντρα μου, του Γιάννη, να μην φτάνει ούτε για αστείο όπως παλιά, δεχτήκαμε τη λύση της πεθεράς μου. Είχε ένα παλιό διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο, κλειστό, και είπε να μείνουμε εκεί προσωρινά.
Στην αρχή ένιωσα και ευγνωμοσύνη. Δεν θα το κρύψω. Σκέφτηκα, εντάξει, θα στριμωχτούμε λίγο, θα κάνουμε υπομονή. Μόνο που από την πρώτη εβδομάδα άρχισε ο λογαριασμός να μπαίνει ανάμεσά μας σαν τρίτο πρόσωπο στο σπίτι.
«Μην ανοίγετε τόσο το φως στην κουζίνα.»
«Το ψυγείο μην το ανοιγοκλείνουν τα παιδιά κάθε λίγο.»
«Τοστ ξανά; Τυρί, ζαμπόν, ψωμί… πετάνε τα λεφτά.»
Στην αρχή χαμογελούσα αμήχανα. Μετά άρχισα να σφίγγω τα δόντια. Ύστερα ήρθε η ντροπή. Η χειρότερη ντροπή είναι να νιώθεις ξένη ενώ προσπαθείς να ταΐσεις τα παιδιά σου.
Η κόρη μου, η Ελένη, ένα απόγευμα άνοιξε το ντουλάπι και πήρε δεύτερο μπισκότο.
«Όχι άλλο!» πετάχτηκε η πεθερά μου από το πουθενά. «Δεν είναι πανηγύρι εδώ μέσα. Ένα το απόγευμα φτάνει.»
Η Ελένη πάγωσε. Κρατούσε το μπισκότο στον αέρα και με κοίταξε σαν να είχε κάνει κάτι κακό.
«Μα πεινάω…» ψιθύρισε.
Δεν θα ξεχάσω αυτό το βλέμμα.
Της το πήρα απαλά από το χέρι και της είπα να πάει στο δωμάτιο. Όχι γιατί έφταιγε. Γιατί αν έμενε άλλο εκεί, θα με έβλεπε να σπάω.
«Είναι παιδιά, όχι στρατιώτες,» είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα.
«Κι εγώ μεγάλωσα παιδιά και ξέρω. Τώρα όλοι έχετε μάθει στις σπατάλες. Μετά κλαίτε για τους λογαριασμούς.»
Αυτό το «όλοι» με χτύπησε άσχημα. Σαν να ήμουν άχρηστη μάνα. Σαν να ζούσαμε εις βάρος της επειδή μας άρεσε η καλοπέραση. Ποια καλοπέραση; Εδώ ψάχναμε αγγελίες μέχρι τα μεσάνυχτα και κάναμε λογαριασμούς με το κομπιουτεράκι για να δούμε τι αντέχουμε.
Ο Γιάννης στην αρχή έκανε αυτό που κάνουν πολλοί άντρες σε τέτοιες καταστάσεις. Σιωπή. «Κάνε λίγο υπομονή», μου έλεγε. «Ξέρεις πώς είναι η μάνα μου.»
Ναι, ήξερα. Μόνο που δεν το ζούσε εκείνος όλη μέρα. Έφευγε το πρωί για δουλειά και γυρνούσε το βράδυ. Εγώ άκουγα τις παρατηρήσεις για το πλυντήριο, για το μάτι της κουζίνας, για το αν τα παιδιά πήραν «υπερβολικό» γάλα στα δημητριακά τους.
Μια Κυριακή έγινε το κακό.
Έβρεχε από το πρωί. Τα παιδιά ήταν μέσα, ανήσυχα, κι εγώ έβραζα μακαρόνια. Ο Δημήτρης ζήτησε λίγο ακόμα τριμμένο τυρί.
Η πεθερά μου πετάχτηκε πάλι.
«Φτάνει πια με το τυρί. Σε λίγο θα θέλετε και δεύτερο φαγητό.»
Κάτι έσπασε μέσα μου.
«Θέλετε να μου πείτε ότι θα μετράμε και τις μπουκιές τους;» της είπα.
«Εγώ λέω να υπάρχει μέτρο. Αν δεν σας αρέσει, να πάτε αλλού.»
Το είπε. Έτσι. Ψυχρά. Μπροστά στα παιδιά.
Ο Δημήτρης έβαλε τα κλάματα. Η Ελένη κατέβασε το κεφάλι και άρχισε να στριφογυρίζει το πιρούνι της χωρίς να τρώει.
Εκείνη την ώρα μπήκε ο Γιάννης από την εξώπορτα. Μας κοίταξε έναν έναν και κατάλαβε αμέσως.
«Τι έγινε;» είπε.
Δεν πρόλαβα να απαντήσω.
«Η γυναίκα σου θεωρεί ότι εδώ είναι ξενοδοχείο,» είπε η μάνα του.
Ο Γιάννης άφησε αργά τα κλειδιά στο τραπέζι. Δεν φώναξε αμέσως. Αυτό ήταν που με τρόμαξε πιο πολύ.
«Μάνα,» είπε, «τα παιδιά μου δεν θα ντρέπονται να φάνε.»
«Μη μου μιλάς έτσι, εγώ σας άνοιξα το σπίτι μου.»
«Και σε ευχαριστούμε. Αλλά αυτό που γίνεται δεν είναι φιλοξενία. Είναι μαρτύριο.»
Έμεινε για λίγο σιωπή. Από εκείνες τις βαριές, που ακούς μέχρι και τη βροχή πιο δυνατά.
«Φοβάσαι τους λογαριασμούς; Ωραία. Από σήμερα τους πληρώνω όλους εγώ. Ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα, ό,τι βγει. Και τα ψώνια του σπιτιού για εμάς θα τα κάνουμε μόνοι μας. Τα παιδιά θα τρώνε όποτε πεινάνε και θα κάνουν μπάνιο με ζεστό νερό χωρίς να απολογούνται.»
Η πεθερά μου πήγε να μιλήσει, αλλά ο Γιάννης τη σταμάτησε με μια κίνηση του χεριού.
«Όχι άλλο, μάνα. Αλήθεια. Όχι άλλο.»
Για πρώτη φορά την είδα να μην έχει έτοιμη απάντηση. Κάθισε στην καρέκλα και ίσιωσε το τραπεζομάντιλο νευρικά. Δεν ξέρω αν πληγώθηκε, αν θύμωσε ή αν απλώς κατάλαβε πως είχε ξεπεράσει κάθε όριο.
Από την επόμενη μέρα πήγαμε σούπερ μάρκετ μόνοι μας. Γεμίσαμε μια γωνιά του ψυγείου με τα δικά μας πράγματα. Ο Γιάννης της έδωσε χρήματα για τους λογαριασμούς και ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει άλλη κουβέντα για κατανάλωση, φαγητό και μπάνια.
Η ατμόσφαιρα δεν έγινε ξαφνικά γλυκιά. Μην πω ψέματα. Ήταν άβολη, κρύα με άλλον τρόπο. Αλλά τουλάχιστον τα παιδιά έπαψαν να κοιτάζουν το πιάτο τους σαν να ζητάνε άδεια για να φάνε.
Κι εγώ εκεί κατάλαβα κάτι που άργησα πολύ να δεχτώ. Η βοήθεια χωρίς σεβασμό έχει κόστος. Και καμιά φορά το πληρώνεις με την ηρεμία σου, με την αξιοπρέπειά σου, με το πώς κοιτάζουν τα παιδιά σου το φαγητό και τη ζεστασιά.
Εσείς θα μένατε από ανάγκη και θα κάνατε υπομονή ή θα φεύγατε ακόμα κι αν δεν σας έβγαιναν τα λεφτά; Και πείτε μου ειλικρινά… πόσο εύκολα μπαίνουν όρια όταν είναι οικογένεια;