Δυο Χρόνια Παντρεμένη με Διαζευγμένο: Τώρα Ζητάω Διαζύγιο – Η Κόρη του και το Μικρό μας Διαμέρισμα

«Δεν αντέχω άλλο, Σταύρο! Δεν χωράμε εδώ μέσα! Δεν βλέπεις ότι πνιγόμαστε;» φώναξα, ενώ τα χέρια μου έτρεμαν από θυμό και απογοήτευση. Ο Σταύρος, ο άντρας που παντρεύτηκα πριν δυο χρόνια, με κοίταξε σιωπηλός, τα μάτια του γεμάτα ενοχές και αμηχανία. Ήταν βράδυ, και το μικρό μας διαμέρισμα στο Παγκράτι έμοιαζε ακόμα πιο στενόχωρο από ποτέ. Η Μαρία, η κόρη του από τον πρώτο του γάμο, είχε μόλις μπει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θα έμενε μαζί μας για όσο διάστημα χρειαζόταν.

«Τι ήθελες να κάνω; Είναι το παιδί μου… Δεν μπορούσα να της πω όχι», απάντησε χαμηλόφωνα, σχεδόν ικετευτικά. Η φωνή του έσπασε για μια στιγμή, κι εγώ ένιωσα ένα κύμα ενοχής να με κατακλύζει. Ήξερα πως αγαπούσε τη Μαρία, ήξερα πως είχε περάσει δύσκολα μετά το διαζύγιο με την Ελένη, την πρώην γυναίκα του. Όμως εγώ; Πού ήμουν εγώ σε όλο αυτό;

Όταν γνωριστήκαμε με τον Σταύρο, ήταν ένας άντρας πληγωμένος αλλά ειλικρινής. Μου μιλούσε για το παρελθόν του χωρίς να κρύβει τίποτα. Με είχε γοητεύσει αυτή η διαφάνεια. Πίστεψα πως μαζί του θα μπορούσα να χτίσω κάτι σταθερό, μια νέα αρχή. Δεν είχα παιδιά, ούτε ήθελα απαραίτητα, αλλά ήμουν ανοιχτή στην ιδέα μιας οικογένειας. Όχι όμως έτσι… Όχι μέσα σε ένα δυάρι που μετά βίας χωρούσε δύο ανθρώπους.

Η Μαρία μπήκε στη ζωή μας ξαφνικά. Ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό για να ανατραπούν όλα. «Μπαμπά, με πήραν στο πανεπιστήμιο! Θα έρθω Αθήνα!» Η φωνή της γεμάτη ενθουσιασμό, αλλά εγώ ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Την είχα γνωρίσει ελάχιστες φορές – πάντα ευγενική, αλλά απόμακρη μαζί μου. Ίσως επειδή ήμουν η «καινούρια» στη ζωή του πατέρα της.

Τις πρώτες μέρες προσπαθούσα να είμαι φιλική. Της μαγείρευα το αγαπημένο της φαγητό – παστίτσιο – και της άφηνα χώρο στο μπάνιο για τα πράγματά της. Όμως το σπίτι γέμισε με βιβλία, ρούχα, τσάντες… Η Μαρία ξενυχτούσε διαβάζοντας ως αργά, εγώ ξυπνούσα νωρίς για τη δουλειά μου στη δημόσια υπηρεσία. Ο Σταύρος προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες, αλλά κάθε μέρα ένιωθα να απομακρύνομαι όλο και περισσότερο.

Ένα βράδυ, καθώς έβαζα τα πιάτα στο νεροχύτη, άκουσα τη Μαρία να μιλάει με τη μητέρα της στο τηλέφωνο:

«Δεν αντέχω εδώ μέσα… Η γυναίκα του μπαμπά με κοιτάει λες και της πήρα τη θέση…»

Πάγωσα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώθει έτσι. Αλλά κι εγώ; Ποιος σκεφτόταν εμένα;

Οι καβγάδες με τον Σταύρο έγιναν συχνοί. «Δεν μπορείς να είσαι λίγο πιο υπομονετική;» μου έλεγε. «Είναι δύσκολη περίοδος για όλους.»

«Κι εγώ; Εγώ δεν υπάρχω;» του απαντούσα σχεδόν κλαίγοντας.

Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν η Μαρία άρχισε να φέρνει φίλους της σπίτι. Το διαμέρισμα γέμιζε φωνές και γέλια μέχρι αργά το βράδυ. Εγώ προσπαθούσα να κοιμηθώ για να ξυπνήσω νωρίς στη δουλειά. Ένα βράδυ δεν άντεξα:

«Μπορείτε να κάνετε λίγο ησυχία; Κάποιοι εδώ μέσα δουλεύουν!»

Η Μαρία με κοίταξε με μάτια γεμάτα θυμό.

«Δεν είσαι η μάνα μου!» μου πέταξε.

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ο Σταύρος προσπάθησε να παρέμβει, αλλά ήταν αργά. Από εκείνη τη μέρα η ατμόσφαιρα έγινε παγωμένη.

Άρχισα να αποφεύγω το σπίτι. Έμενα παραπάνω στη δουλειά, πήγαινα βόλτες μόνη μου στην πόλη. Ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Οι φίλες μου μού έλεγαν να κάνω υπομονή – «είναι δύσκολη ηλικία», «θα φύγει κάποια στιγμή». Αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο.

Ένα βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα τον Σταύρο μόνο του στο σαλόνι.

«Πρέπει να μιλήσουμε», του είπα αποφασιστικά.

Με κοίταξε κουρασμένος.

«Ξέρω τι θα πεις…»

«Δεν αντέχω άλλο έτσι», συνέχισα. «Αγαπώ εσένα, αλλά δεν μπορώ να ζω έτσι. Δεν είναι αυτό που ονειρεύτηκα.»

Έμεινε σιωπηλός για ώρα. Τελικά σηκώθηκε και με αγκάλιασε σφιχτά.

«Συγγνώμη… Δεν ήθελα να σε φέρω σε αυτή τη θέση.»

Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Ήξερα πως δεν ήταν εύκολο για κανέναν μας.

Την επόμενη μέρα πήγα σε δικηγόρο. Ζήτησα διαζύγιο. Ο Σταύρος δεν αντέδρασε – ίσως το περίμενε κι εκείνος.

Τώρα μένω μόνη μου σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Ησυχία, τάξη, ελευθερία – αλλά και μια βαθιά μοναξιά που δεν είχα φανταστεί ποτέ.

Σκέφτομαι συχνά: Μήπως ήμουν πολύ σκληρή; Μήπως θα έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο; Ή μήπως τελικά πρέπει να βάζουμε πρώτα τον εαυτό μας;

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Πόσο μπορεί να αντέξει κανείς όταν νιώθει ξένος στο ίδιο του το σπίτι;