Η Σιωπή της Μοναξιάς – «Τα Παιδιά Δεν Είναι Η Θεραπεία Για Τη Μοναξιά»
«Γιατί δεν έκανες ποτέ παιδιά, Ελισάβετ;»
Η φωνή της κυρίας Μαρίας, γεμάτη απορία και μια δόση καλοπροαίρετης αδιακρισίας, αντήχησε στο μικρό σαλόνι του ΚΑΠΗ. Τα βλέμματα των υπόλοιπων γυναικών στράφηκαν πάνω μου. Κάποιες με οίκτο, άλλες με περιέργεια, κι άλλες με εκείνο το γνώριμο βλέμμα που λέει «εγώ ξέρω καλύτερα». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά μου. Πόσες φορές είχα ακούσει αυτή την ερώτηση στη ζωή μου; Πόσες φορές είχα προσπαθήσει να δώσω μια απάντηση που να μην πονάει ούτε εμένα ούτε εκείνες;
«Δεν ήταν να γίνει», απάντησα τελικά, προσπαθώντας να χαμογελάσω. «Η ζωή τα φέρνει όπως θέλει.»
Η κυρία Μαρία έγνεψε καταφατικά, αλλά δεν φάνηκε ικανοποιημένη. «Μα τώρα, στα γεράματα, δεν νιώθεις μόνη σου; Τα παιδιά είναι παρηγοριά.»
Ένιωσα ένα κύμα θυμού να με πλημμυρίζει. Πόσο εύκολα οι άνθρωποι πιστεύουν πως η μοναξιά έχει μόνο μία αιτία και μία λύση! Θυμήθηκα τη μητέρα μου, τη δική της μοναξιά, παρόλο που είχε τέσσερα παιδιά. Θυμήθηκα τον πατέρα μου να φωνάζει στο τραπέζι: «Τα παιδιά είναι ευλογία! Χωρίς αυτά, τι νόημα έχει η ζωή;»
Εγώ όμως, από μικρή, ήξερα πως η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Μεγάλωσα σε μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης, σε μια πολυκατοικία γεμάτη φωνές, μυρωδιές από γεμιστά και καβγάδες που ακούγονταν από τα μπαλκόνια. Η μητέρα μου δούλευε ασταμάτητα – το πρωί στο σχολείο ως καθαρίστρια, το απόγευμα στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου αυστηρός, πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι και μια κουβέντα βαριά για όλους.
«Ελισάβετ! Μην κάθεσαι! Βοήθα τη μάνα σου!»
Ήμουν το τρίτο παιδί. Ούτε η μεγάλη που είχε ευθύνες, ούτε η μικρή που είχε προνόμια. Ήμουν αυτή που περνούσε απαρατήρητη. Ίσως γι’ αυτό έμαθα να παρατηρώ τους άλλους. Έβλεπα τη μητέρα μου να στέκεται μόνη στην κουζίνα, ακόμα κι όταν το σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο. Έβλεπα τον πατέρα μου να κοιτάζει το κενό όταν νόμιζε πως δεν τον βλέπει κανείς.
Όταν γνώρισα τον Σταύρο, πίστεψα πως ίσως μαζί του θα έβρισκα αυτό που έλειπε από την οικογένειά μου: συντροφικότητα. Παντρευτήκαμε νέοι, χωρίς πολλά-πολλά. Οι γονείς του ήθελαν εγγόνια – το έλεγαν ξεκάθαρα από την πρώτη μέρα.
«Πότε θα μας κάνετε ένα παιδάκι;» ρωτούσε η πεθερά μου κάθε φορά που πηγαίναμε για φαγητό.
Στην αρχή προσπαθήσαμε. Μετά από δύο αποβολές, ο γιατρός μας είπε πως οι πιθανότητες ήταν ελάχιστες. Ο Σταύρος απομακρύνθηκε. Άρχισε να δουλεύει περισσότερο, να γυρίζει αργά. Εγώ βυθίστηκα στη σιωπή μου. Οι φίλες μου άρχισαν να απομακρύνονται κι αυτές – όλες είχαν παιδιά, σχολικές γιορτές, εξωσχολικές δραστηριότητες.
«Δεν πειράζει», έλεγα στον εαυτό μου τα βράδια που ξαγρυπνούσα. «Έχεις τον Σταύρο.»
Αλλά ο Σταύρος έφυγε τελικά. Μια μέρα γύρισε σπίτι και είπε: «Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σιωπή.»
Έμεινα μόνη σε ένα διαμέρισμα γεμάτο φωτογραφίες άλλων ανθρώπων – των ανιψιών μου, των παιδιών των φίλων μου, των γονιών μου που είχαν φύγει πια.
Τα χρόνια πέρασαν. Έμαθα να ζω με τη μοναξιά μου. Έπλεκα, διάβαζα βιβλία, πήγαινα στο θέατρο μόνη. Κάποιες φορές ένιωθα πως η σιωπή με πνίγει – άλλες φορές την αγκάλιαζα σαν παλιά φίλη.
Στο ΚΑΠΗ γνώρισα ανθρώπους σαν κι εμένα – κάποιους χωρίς παιδιά, κάποιους με παιδιά που δεν τους επισκέπτονταν ποτέ. Η κυρία Ειρήνη είχε τρεις γιους στην Αυστραλία και μιλούσε μαζί τους μόνο μέσω Skype τα Χριστούγεννα. Ο κύριος Νίκος είχε δύο κόρες στην Αθήνα που τον θυμόντουσαν μόνο όταν ήθελαν λεφτά.
«Τα παιδιά δεν είναι πάντα παρηγοριά», είπε μια μέρα η κυρία Ειρήνη καθώς πίναμε καφέ.
Την κοίταξα στα μάτια και είδα εκεί όλη τη θλίψη και τη σοφία του κόσμου.
«Ξέρεις τι είναι χειρότερο από το να είσαι μόνη;» συνέχισε. «Να περιμένεις κάποιον που δεν θα έρθει ποτέ.»
Αυτή η φράση με στοίχειωσε για μέρες.
Όταν επέστρεψα σπίτι εκείνο το βράδυ, κάθισα στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου: «Τα παιδιά είναι ευλογία.» Ίσως ναι – αλλά δεν είναι πανάκεια.
Στην Ελλάδα όλοι πιστεύουν πως αν δεν κάνεις παιδιά, κάτι σου λείπει. Σε κοιτούν με λύπηση ή με καχυποψία. Στις γιορτές νιώθεις ξένη – όλοι μιλούν για τα εγγόνια τους, για τα προβλήματα του σχολείου, για τις χαρές και τις λύπες της οικογένειας.
Και όμως… Πόσοι από αυτούς νιώθουν πραγματικά πλήρεις; Πόσοι γελούν δυνατά και όχι απλώς για να καλύψουν τη σιωπή;
Έχω δει μανάδες να κλαίνε επειδή τα παιδιά τους τις ξέχασαν. Έχω δει πατεράδες να πεθαίνουν μόνοι σε νοσοκομεία ενώ τα παιδιά τους ταξιδεύουν στο εξωτερικό.
Η μοναξιά δεν έχει μία αιτία – ούτε μία λύση.
Σήμερα, στα εβδομήντα δύο μου χρόνια, έχω μάθει να αγαπώ τη σιωπή μου. Να βρίσκω χαρά σε μικρά πράγματα: έναν περίπατο στη Νέα Παραλία, ένα καλό βιβλίο, μια ζεστή κουβέντα με έναν άγνωστο στο λεωφορείο.
Κάποιες φορές σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν είχα παιδιά. Ίσως διαφορετική – ίσως όχι καλύτερη.
Όταν η κυρία Μαρία με ρώτησε ξανά εκείνο το απόγευμα στο ΚΑΠΗ αν νιώθω μόνη χωρίς παιδιά, της απάντησα:
«Η μοναξιά είναι επιλογή κάποιες φορές – άλλες φορές είναι απλώς μέρος της ζωής. Δεν έχει να κάνει με τα παιδιά ή την οικογένεια. Έχει να κάνει με το πώς μαθαίνεις να ζεις με τον εαυτό σου.»
Σας ρωτώ λοιπόν: Πόσοι από εσάς νιώθετε πραγματικά λιγότερο μόνοι επειδή έχετε παιδιά; Και πόσοι μάθατε ποτέ να αγαπάτε τη δική σας σιωπή;