Ο άντρας μου αγόρασε λουλούδια στην πρώην γυναίκα του – Εμένα ούτε μια σοκολάτα!
«Γιατί της πήρες λουλούδια, Σταύρο;» Η φωνή μου τρέμει, τα μάτια μου καίνε. Δεν θέλω να φανώ μικρόψυχη, αλλά η καρδιά μου σφίγγεται. Ο Σταύρος με κοιτάζει σαν να μην καταλαβαίνει. «Είναι η μητέρα του παιδιού μου, Μαρία. Ήταν τα γενέθλιά της. Δεν είναι τίποτα.»
Τίποτα; Για μένα είναι τα πάντα. Δύο χρόνια παντρεμένη μαζί του, και δεν θυμάμαι ούτε μια φορά που να μου έφερε λουλούδια. Ούτε μια σοκολάτα, ούτε ένα μικρό σημείωμα αγάπης. Κι όμως, για την Ελένη, την πρώην του, βρίσκει χρόνο και διάθεση να αγοράσει τριαντάφυλλα.
Η μητέρα μου είχε δίκιο. «Μαρία, οι χωρισμένοι άντρες κουβαλούν πάντα το παρελθόν τους. Μην μπλέξεις.» Δεν την άκουσα. Τον ερωτεύτηκα παράφορα. Ήταν γοητευτικός, ώριμος, με μια θλίψη στα μάτια που με έκανε να θέλω να τον φροντίσω. Όταν μου είπε για το διαζύγιο του, για το παιδί του, για τις δυσκολίες που πέρασε, τον λυπήθηκα και τον θαύμασα μαζί.
Στην αρχή όλα ήταν όμορφα. Βγαίναμε βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης, γελούσαμε με τις ώρες στα καφέ της παραλίας, κάναμε όνειρα για το μέλλον. Όμως η Ελένη ήταν πάντα εκεί – στις συζητήσεις μας, στα τηλεφωνήματα του, στις επισκέψεις για να δει τον μικρό Νικόλα.
«Δεν ζηλεύω το παιδί σου», του είπα μια νύχτα που γύρισε αργά από το σπίτι της Ελένης. «Αλλά νιώθω ότι εγώ είμαι πάντα δεύτερη.»
Με αγκάλιασε σφιχτά. «Εσύ είσαι η γυναίκα μου τώρα. Μην αφήνεις το παρελθόν να μπαίνει ανάμεσά μας.»
Αλλά το παρελθόν δεν έφυγε ποτέ. Η Ελένη τηλεφωνεί για τα πάντα: για το σχολείο του Νικόλα, για τα εμβόλια του, για το αν έφαγε ή όχι. Ο Σταύρος τρέχει κάθε φορά που τον χρειάζεται. Κι εγώ; Εγώ μένω πίσω, να μαζεύω τα κομμάτια της αυτοπεποίθησής μου.
Η μητέρα μου δεν χάνει ευκαιρία να μου θυμίζει πόσο λάθος έκανα. «Σου το είπα εγώ! Οι χωρισμένοι άντρες έχουν πάντα μια άλλη γυναίκα στη ζωή τους.» Ο πατέρας μου πιο σιωπηλός, αλλά το βλέμμα του γεμάτο απογοήτευση όταν με βλέπει να κλαίω.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πεθερά μου – η κυρία Κατερίνα – με αντιμετωπίζει σαν ξένη. «Η Ελένη ήταν καλή νοικοκυρά», μου λέει συχνά. «Πάντα είχε το σπίτι στην τρίχα.» Εγώ δουλεύω σε φαρμακείο, γυρίζω κουρασμένη και προσπαθώ να τα προλάβω όλα. Αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό.
Μια μέρα, καθώς καθαρίζω το τραπέζι της κουζίνας, ακούω τον Σταύρο να μιλάει στο τηλέφωνο με την Ελένη. Η φωνή του γλυκαίνει, γελάει όπως δεν γελάει μαζί μου πια. Μόλις κλείνει το τηλέφωνο, τον ρωτάω:
«Τι σας έκανε τόσο χαρούμενους;»
Με κοιτάζει ενοχλημένος. «Μαρία, μην αρχίζεις πάλι.»
«Δεν αρχίζω τίποτα! Απλώς θέλω να ξέρω αν υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρω!»
«Είσαι υπερβολική», μου λέει και φεύγει από το δωμάτιο.
Το βράδυ δεν κοιμάμαι. Σκέφτομαι όλα όσα έχω θυσιάσει: τη δουλειά μου στην Αθήνα για να μετακομίσω στη Θεσσαλονίκη μαζί του, τους φίλους μου που απομακρύνθηκαν γιατί βαρέθηκαν να με ακούν να παραπονιέμαι για τον γάμο μου, ακόμα και τα όνειρά μου για παιδιά – γιατί ο Σταύρος φοβάται να ξαναγίνει πατέρας.
Μια Κυριακή πρωί, η μητέρα μου με παίρνει τηλέφωνο.
«Πώς είσαι παιδί μου;»
«Καλά είμαι», ψέματα.
«Σε ακούω χάλια. Έλα σπίτι να μιλήσουμε.»
Πηγαίνω στο πατρικό μου στη Βέροια. Η μητέρα μου με αγκαλιάζει σφιχτά. «Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι», λέει και τα μάτια της βουρκώνουν. «Αν δεν είσαι ευτυχισμένη, φύγε.»
«Δεν είναι τόσο απλό», της απαντώ. «Τον αγαπάω.»
«Και αυτός;»
Δεν ξέρω τι να πω.
Γυρίζοντας σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, βρίσκω τον Σταύρο να κάθεται στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί. Δεν με κοιτάζει καν όταν μπαίνω.
«Σκεφτόμουν…» αρχίζω διστακτικά.
«Τι σκεφτόσουν;»
«Ότι ίσως πρέπει να κάνουμε ένα διάλειμμα.»
Με κοιτάζει σαν να μην καταλαβαίνει τι λέω.
«Δηλαδή;»
«Να μείνουμε λίγο χώρια. Να σκεφτούμε τι θέλουμε πραγματικά.»
Σηκώνεται απότομα.
«Αν αυτό θέλεις…» λέει ψυχρά και φεύγει από το δωμάτιο.
Τις επόμενες μέρες ζούμε σαν ξένοι στο ίδιο σπίτι. Δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου. Ο Νικόλας έρχεται τα απογεύματα και γεμίζει το σπίτι φωνές και γέλια – μόνο τότε ο Σταύρος φαίνεται ζωντανός.
Ένα βράδυ, καθώς μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι, ο Νικόλας με πλησιάζει διστακτικά.
«Θεία Μαρία…»
Χαμογελώ πικρά – ποτέ δεν με είπε μαμά.
«Ναι αγόρι μου;»
«Γιατί είσαι λυπημένη;»
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. «Δεν είμαι λυπημένη, απλώς κουρασμένη.»
Με αγκαλιάζει σφιχτά και φεύγει τρέχοντας στο δωμάτιό του.
Το ίδιο βράδυ ο Σταύρος κάθεται δίπλα μου στον καναπέ.
«Μαρία… Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη.»
Τον κοιτάζω έκπληκτη.
«Ξέρω ότι σε έχω παραμελήσει. Ξέρω ότι νιώθεις δεύτερη στη ζωή μου… Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να νοιάζομαι για την Ελένη – είναι η μητέρα του παιδιού μου.»
«Δεν σου ζητώ να σταματήσεις», του λέω ήρεμα. «Σου ζητώ απλώς να θυμηθείς ότι κι εγώ υπάρχω.»
Σιωπή.
Την επόμενη μέρα βρίσκω ένα μικρό κουτί σοκολατάκια στο τραπέζι της κουζίνας και ένα σημείωμα: «Συγγνώμη που άργησα τόσο.» Χαμογελώ αχνά – αλλά ξέρω ότι μια σοκολάτα δεν αλλάζει όσα έχουν σπάσει μέσα μου.
Το βράδυ κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Αναρωτιέμαι: Μπορεί ένας άνθρωπος πραγματικά να αφήσει πίσω του το παρελθόν; Ή μήπως κάποιοι από εμάς είναι καταδικασμένοι να ζουν πάντα στη σκιά των προηγούμενων επιλογών τους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα μένατε ή θα φεύγατε;