«Τηλεφώνημα από το Παρελθόν: Όταν η Ελένη με Ανάγκασε να Αντικρίσω Όσα Προσπαθούσα να Ξεχάσω»
«Μαρία; Εσύ είσαι;»
Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής τρέμει ελαφρά, σαν να φοβάται την απάντηση. Για μια στιγμή, το μυαλό μου αδειάζει. Δεν αναγνωρίζω το νούμερο, ούτε τη φωνή. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο της κουζίνας μου στην Κυψέλη, τα φώτα της Αθήνας τρεμοπαίζουν κάτω από τον μουντό ουρανό του Ιουνίου. «Ναι; Ποια είστε;» απαντώ διστακτικά, ενώ το μυαλό μου τρέχει σε πιθανούς πωλητές ή λάθος κλήσεις.
«Εγώ είμαι… η Ελένη. Από το λύκειο. Θυμάσαι;»
Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Ελένη. Η Ελένη με τα μακριά μαλλιά και το γέλιο που γέμιζε τις τάξεις του 2ου Λυκείου Αθηνών. Η Ελένη που κάποτε ήξερε όλα μου τα μυστικά – ή έτσι νόμιζα. Τριάντα δύο χρόνια έχουν περάσει από τότε που χαθήκαμε. Γιατί τώρα;
«Ελένη…» ψιθυρίζω. «Τι έγινε;»
Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαριά. Ακούω την ανάσα της, κοφτή, σαν να παλεύει με τα δάκρυά της.
«Μαρία, πρέπει να σε δω. Είναι κάτι που… δεν μπορώ να το πω από το τηλέφωνο.»
Το στομάχι μου σφίγγεται. Τα τελευταία χρόνια έχω μάθει να κρατάω αποστάσεις από το παρελθόν μου. Η ζωή μου είναι τακτοποιημένη – δουλειά στο λογιστικό γραφείο, ο άντρας μου ο Γιώργος, τα δύο παιδιά μας που σπουδάζουν στη Θεσσαλονίκη. Δεν θέλω ανατροπές.
«Δεν ξέρω αν…» αρχίζω να λέω, αλλά η φωνή της με διακόπτει.
«Σε παρακαλώ. Είναι για τον Νίκο.»
Ο αέρας παγώνει γύρω μου. Ο Νίκος. Το όνομα που δεν έχω προφέρει δυνατά εδώ και δεκαετίες. Ο πρώτος μου έρωτας, ο λόγος που εγώ κι η Ελένη σταματήσαμε να μιλάμε τότε. Θυμάμαι ακόμα τη νύχτα εκείνη στο πάρκο του Παγκρατίου, τα δάκρυα στα μάτια της όταν κατάλαβε πως εγώ κι ο Νίκος είχαμε γίνει ζευγάρι πίσω από την πλάτη της.
«Τι έγινε με τον Νίκο;» ρωτάω, η φωνή μου βραχνή.
«Δεν μπορώ να σου πω τώρα. Σε παρακαλώ, Μαρία… αύριο στις έξι στο Ζάππειο;»
Κλείνω το τηλέφωνο και μένω να κοιτάζω το κινητό σαν να κρατάω βόμβα στα χέρια μου. Ο Γιώργος μπαίνει στην κουζίνα.
«Ποιος ήταν;»
«Μια παλιά φίλη…» ψιθυρίζω, αλλά ξέρω πως δεν μπορώ να του πω περισσότερα. Ο Γιώργος πάντα ζήλευε το παρελθόν μου – ειδικά όταν αφορούσε τον Νίκο.
Όλη νύχτα στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Θυμάμαι τα πάντα: τα γέλια μας στα διαλείμματα, τα όνειρα για το μέλλον, τις υποσχέσεις πως ποτέ δεν θα αφήσουμε έναν άντρα να μας χωρίσει. Και μετά, την προδοσία – τη δική μου προδοσία.
Το επόμενο απόγευμα περπατώ νευρικά στο Ζάππειο. Η Ελένη κάθεται σε ένα παγκάκι, ντυμένη απλά, τα μαλλιά της κοντά τώρα, αλλά τα μάτια της ίδια – γεμάτα ένταση και κάτι άλλο… φόβο;
«Ήρθες», λέει και σηκώνεται αμήχανα.
«Τι συμβαίνει;» ρωτάω κατευθείαν.
Κάθεται δίπλα μου και για λίγο κανείς δεν μιλάει. Τελικά παίρνει μια βαθιά ανάσα.
«Ο Νίκος… είναι άρρωστος. Πολύ άρρωστος.»
Νιώθω το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
«Τι έχει;»
«Καρκίνο στο πάγκρεας. Δεν του μένει πολύς καιρός.»
Κλείνω τα μάτια. Θυμάμαι το χαμόγελό του, τα αστεία του, τις βόλτες μας στην παραλία της Βάρκιζας όταν ήμασταν παιδιά.
«Γιατί μου το λες αυτό τώρα;» ψιθυρίζω.
Η Ελένη σκύβει το κεφάλι.
«Γιατί θέλει να σε δει. Να σου μιλήσει πριν… πριν φύγει.»
Αισθάνομαι θυμό και ενοχή μαζί.
«Μετά από τόσα χρόνια; Μετά απ’ όλα όσα έγιναν;»
Η Ελένη με κοιτάζει στα μάτια.
«Δεν ξέρεις όλη την αλήθεια, Μαρία.»
Σιωπή. Τα πουλιά κελαηδούν γύρω μας, αλλά εγώ νιώθω πως βρίσκομαι σε κενό αέρος.
«Τι εννοείς;»
Η Ελένη δαγκώνει τα χείλη της.
«Εκείνο το βράδυ… δεν ήταν όπως νόμιζες. Ο Νίκος… δεν σε πρόδωσε ποτέ. Εγώ… εγώ του είπα ψέματα για σένα.»
Την κοιτάζω άφωνη.
«Του είπα πως ήσουν ερωτευμένη με κάποιον άλλον. Ήθελα τόσο πολύ να τον κρατήσω κοντά μου… Δεν άντεχα να σε βλέπω μαζί του.»
Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
«Συγγνώμη, Μαρία… Πέρασαν τόσα χρόνια κι ακόμα το κουβαλάω μέσα μου.»
Νιώθω το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Όλη μου η ζωή – οι επιλογές μου, οι σχέσεις μου – χτισμένες πάνω σε ένα ψέμα;
«Γιατί τώρα;» ρωτάω σκληρά.
Η Ελένη σκουπίζει τα μάτια της.
«Γιατί ο Νίκος θέλει να σου ζητήσει συγγνώμη που σε πίστεψε τόσο εύκολα… Και γιατί εγώ δεν αντέχω άλλο αυτό το βάρος.»
Σηκώνομαι απότομα.
«Δεν ξέρω αν μπορώ… Δεν ξέρω αν θέλω να ξανανοίξω αυτή την πληγή.»
Η Ελένη με πιάνει απαλά από το χέρι.
«Σε παρακαλώ… Αν όχι για εκείνον, για σένα. Για να βρεις κι εσύ γαλήνη.»
Γυρίζω σπίτι σαν υπνωτισμένη. Ο Γιώργος με περιμένει ανήσυχος.
«Πού ήσουν;»
«Βγήκα μια βόλτα», λέω ψέματα.
Το βράδυ δεν αντέχω άλλο και του λέω την αλήθεια – για τον Νίκο, για την Ελένη, για όλα όσα έγιναν τότε.
Ο Γιώργος θυμώνει.
«Δηλαδή θες να πας να τον δεις; Μετά από τόσα χρόνια;»
Τον κοιτάζω στα μάτια.
«Δεν ξέρω τι θέλω… Αλλά πρέπει.»
Εκείνο το βράδυ κοιμόμαστε πλάτη-πλάτη. Νιώθω μόνη όσο ποτέ.
Την επόμενη μέρα βρίσκομαι έξω από ένα μικρό διαμέρισμα στον Κολωνό. Η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά που φοβάμαι πως θα λιποθυμήσω.
Ο Νίκος ανοίγει την πόρτα – αδύνατος, χλωμός, αλλά τα μάτια του ίδια όπως τότε: ζεστά και γεμάτα ελπίδα.
«Μαρία…» λέει απλά.
Κλαίμε και οι δύο χωρίς ντροπή. Μιλάμε για ώρες – για όσα χάσαμε, για όσα δεν είπαμε ποτέ. Μου ζητάει συγγνώμη που με πίστεψε τόσο εύκολα, που δεν πάλεψε για εμάς.
Φεύγω με την καρδιά γεμάτη πόνο αλλά και ανακούφιση. Η Ελένη με παίρνει τηλέφωνο το ίδιο βράδυ.
«Σ’ ευχαριστώ», λέει απλά.
Οι μέρες περνούν – ο Νίκος φεύγει λίγες εβδομάδες μετά. Στην κηδεία του συναντιόμαστε όλοι: εγώ, η Ελένη, οι παλιοί συμμαθητές μας που έχουν αλλάξει κι αυτοί τόσο πολύ.
Γυρίζοντας σπίτι εκείνο το βράδυ, κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται. Σκέφτομαι πόσο εύκολα μπορεί μια λάθος κουβέντα, ένα ψέμα ή μια παρεξήγηση να αλλάξει τη ζωή μας για πάντα.
Αναρωτιέμαι: Άραγε μπορούμε ποτέ πραγματικά να συγχωρήσουμε – τους άλλους αλλά και τον εαυτό μας; Ή μήπως κουβαλάμε πάντα μέσα μας τις πληγές του παρελθόντος;