Χρήματα ή αγάπη; Η μέρα που άφησα τα πάντα πίσω μου
«Άσε με, μάνα, σου λέω! Δεν την αγαπάω, αλλά τι να κάνω; Αυτή πληρώνει τα πάντα. Αν φύγει, τι θα κάνω εγώ;»
Η φωνή του Νίκου αντηχούσε μέσα από την πόρτα της κουζίνας, κοφτή, σχεδόν απελπισμένη. Στεκόμουν στο σκοτεινό διάδρομο, κρατώντας το κινητό μου σφιχτά, σαν να μπορούσε να με προστατέψει από αυτό που μόλις είχα ακούσει. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα με προδώσει. Δεν ήξερα αν έπρεπε να μπω μέσα και να φωνάξω ή να τρέξω μακριά.
«Νίκο, δεν είναι σωστό αυτό που λες», ψιθύρισε η κυρία Ελένη, η πεθερά μου. «Η Μαρία σε αγαπάει. Δεν μπορείς να ζεις έτσι.»
«Δεν με νοιάζει, μάνα! Εγώ δεν μπορώ να δουλέψω όπως παλιά. Αυτή έχει τη δουλειά της, το μαγαζί του πατέρα της. Εγώ τι έχω;»
Κάθε λέξη του ήταν σαν μαχαίρι. Ήξερα ότι τα πράγματα δεν ήταν τέλεια μεταξύ μας, αλλά ποτέ δεν φαντάστηκα ότι ήμουν απλώς το πορτοφόλι του. Ένιωσα να πνίγομαι. Πόσα χρόνια είχαμε ζήσει μαζί; Πόσες φορές είχαμε γελάσει, κλάψει, ονειρευτεί; Όλα αυτά ήταν ψέματα;
Γύρισα στο δωμάτιό μας σαν υπνοβάτης. Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς μάζευα λίγα ρούχα σε μια τσάντα. Δεν ήξερα πού θα πήγαινα, μόνο ότι δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί. Πριν φύγω, στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Το πρόσωπό μου ήταν ξένο, τα μάτια μου κόκκινα και πρησμένα. «Μαρία», ψιθύρισα στον εαυτό μου, «ήρθε η ώρα να σώσεις ό,τι απέμεινε από εσένα.»
Βγήκα αθόρυβα από το σπίτι. Ο αέρας της νύχτας μύριζε γιασεμί και θλίψη. Περπάτησα μέχρι το αυτοκίνητό μου και οδήγησα χωρίς προορισμό. Κατέληξα στην παραλία της Βούλας, εκεί που πηγαίναμε μικρά παιδιά με τη μητέρα μου για να μαζέψουμε κοχύλια. Κάθισα στην άμμο και άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν ελεύθερα.
Τις επόμενες μέρες έμεινα στη φίλη μου τη Σοφία. «Μαρία, είσαι σίγουρη; Μήπως να του μιλήσεις;» με ρώτησε ένα βράδυ καθώς πίναμε κρασί στο μπαλκόνι της.
«Τι να του πω; Ότι άκουσα πως είμαι απλώς μια τράπεζα για εκείνον; Δεν μπορώ άλλο, Σοφία. Έχω κουραστεί να παλεύω μόνη μου.»
Η Σοφία με αγκάλιασε σφιχτά. «Ξέρεις ότι είμαι εδώ για σένα.»
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η δουλειά στο μαγαζί του πατέρα μου ήταν η μόνη σταθερά στη ζωή μου. Οι πελάτες έρχονταν και έφευγαν, αλλά εγώ ήμουν πάντα εκεί, πίσω από τον πάγκο με τα φρέσκα λαχανικά και τα φρούτα. Ο πατέρας μου με κοιτούσε ανήσυχος.
«Κόρη μου, τι έγινε με τον Νίκο; Δεν τον βλέπω πια εδώ.»
Τον κοίταξα στα μάτια και ένιωσα το βάρος της αλήθειας να με πλακώνει. «Χωρίσαμε, μπαμπά.»
Έμεινε σιωπηλός για λίγο και μετά έβαλε το χέρι του στον ώμο μου. «Καλύτερα μόνη σου παρά με κάποιον που δεν σε σέβεται.»
Η μητέρα μου όμως είχε άλλη άποψη. «Μαρία, οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Μήπως να του δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία; Τι θα πει ο κόσμος;»
«Δεν με νοιάζει ο κόσμος, μαμά! Με νοιάζει εγώ! Για μια φορά στη ζωή μου θέλω να σκεφτώ εμένα!»
Οι καβγάδες στο σπίτι έγιναν καθημερινότητα. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να δεχτεί ότι η κόρη της θα ήταν χωρισμένη στα τριάντα πέντε της. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπίες.
Τα βράδια γύριζα στο μικρό διαμέρισμα που νοίκιασα στη Νέα Σμύρνη και καθόμουν μόνη στο μπαλκόνι κοιτώντας τα φώτα της πόλης. Η μοναξιά ήταν βαρύ φορτίο. Κάποιες φορές σκεφτόμουν να πάρω τηλέφωνο τον Νίκο, να του πω ότι μου λείπει, ότι ίσως όλα ήταν ένα λάθος.
Αλλά μετά θυμόμουν τα λόγια του: «Αυτή πληρώνει τα πάντα». Και κάθε φορά ένιωθα το ίδιο μαχαίρι στην καρδιά.
Μια μέρα ήρθε η κυρία Ελένη στο μαγαζί.
«Μαρία μου, σε παρακαλώ… Ο Νίκος δεν είναι καλά. Δεν τρώει, δεν κοιμάται.»
Την κοίταξα ψυχρά. «Κυρία Ελένη, ξέρετε τι είπε για μένα; Ότι είμαι μόνο τα λεφτά του.»
Έσκυψε το κεφάλι της ντροπιασμένη. «Ξέρω… Αλλά είναι παιδί ακόμα… Φοβήθηκε.»
«Είναι τριάντα οχτώ χρονών! Πότε θα μεγαλώσει;»
Έφυγε χωρίς να πει τίποτα άλλο.
Οι μήνες περνούσαν και η ζωή συνέχιζε χωρίς εκείνον. Έμαθα να ζω μόνη μου, να απολαμβάνω τη σιωπή και την ελευθερία μου. Άρχισα να βγαίνω ξανά με φίλους, να γελάω χωρίς ενοχές.
Μια Κυριακή πρωί βρήκα ένα γράμμα κάτω από την πόρτα μου.
«Μαρία,
Ξέρω ότι δεν αξίζω συγχώρεση. Ξέρω ότι σε πλήγωσα όσο κανείς άλλος. Ήσουν πάντα δίπλα μου και εγώ σε πρόδωσα. Δεν ζητάω να γυρίσεις πίσω – θέλω μόνο να ξέρεις ότι λυπάμαι πραγματικά.
Νίκος»
Το διάβασα ξανά και ξανά. Τα δάκρυα κύλησαν αθόρυβα στα μάγουλά μου. Ήταν αργά πια; Μπορεί ένας άνθρωπος να αλλάξει πραγματικά;
Το βράδυ κάλεσα τη Σοφία.
«Σοφία… Αν σου ζητούσε συγγνώμη κάποιος που σε πρόδωσε έτσι… Θα τον συγχωρούσες;»
Σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει: «Δεν ξέρω, Μαρία… Εσύ τι νιώθεις;»
Δεν ήξερα τι νιώθω. Θυμό, λύπη, αγάπη… Όλα μπερδεμένα.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά όπως πάντα. Ένας πελάτης με ρώτησε: «Πώς είσαι σήμερα, Μαρία;»
Χαμογέλασα αχνά. «Καλύτερα… Νομίζω.»
Το βράδυ κάθισα ξανά στο μπαλκόνι και κοίταξα τα αστέρια.
Άραγε αξίζει να θυσιάζεις την αξιοπρέπειά σου για την αγάπη; Ή μήπως η αληθινή αγάπη αρχίζει όταν μάθεις πρώτα να αγαπάς τον εαυτό σου;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;