Στη Σκιά του Παρελθόντος: Η Συνάντηση με τον Πρώην

«Μαμά, γιατί πρέπει να τον δω;» Η φωνή του μικρού μου, του Γιάννη, έσπασε τη σιωπή του απογεύματος. Το βλέμμα του καρφωμένο στο πάτωμα, τα χέρια του σφιγμένα γύρω από το παλιό του αρκουδάκι. Τι να του πω; Πώς να του εξηγήσω ότι ο πατέρας του, ο Νίκος, που μας άφησε πριν τρία χρόνια για μια άλλη γυναίκα, τώρα θέλει να τον δει για τελευταία φορά;

Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Θυμήθηκα τη μέρα που έφυγε. Ήταν χειμώνας, έβρεχε ασταμάτητα. «Μαρία, δεν αντέχω άλλο. Δεν είμαι ευτυχισμένος», μου είπε τότε. Δεν ήξερα ότι είχε ήδη βρει την Ελένη. Τον είχα ικετεύσει να μείνει για το παιδί. Εκείνος είχε ήδη φύγει από καιρό.

Τώρα, τρία χρόνια μετά, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. «Μαρία, θέλω να δω τον Γιάννη. Να του πω αντίο. Φεύγω για Γερμανία. Δεν ξέρω πότε θα ξαναγυρίσω.» Η φωνή του ήταν κουρασμένη, σχεδόν ξένη. Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Πώς τολμάει; Πώς ζητάει κάτι τέτοιο μετά από όσα μας έκανε;

Πέρασαν ώρες μέχρι να απαντήσω. Κοιτούσα τον Γιάννη να παίζει με τα αυτοκινητάκια του στο χαλί. Ένα παιδί που μεγάλωσε απότομα, που έμαθε να κρύβει τα δάκρυά του όταν οι φίλοι του μιλούσαν για τους μπαμπάδες τους. Πόσες φορές τον άκουσα τα βράδια να ψιθυρίζει «Γιατί έφυγες;» μέσα στον ύπνο του;

Η μάνα μου, η κυρά-Σοφία, δεν ήθελε ούτε να ακούσει για συνάντηση. «Αυτός ο άνθρωπος σε πρόδωσε, Μαρία! Μην αφήσεις το παιδί να πληγωθεί ξανά!» φώναξε στο τηλέφωνο. Ο αδερφός μου ο Κώστας ήταν πιο ψύχραιμος: «Ίσως πρέπει να αφήσεις τον Γιάννη να αποφασίσει μόνος του.»

Το βράδυ κάθισα δίπλα στον Γιάννη στο κρεβάτι του. «Γιε μου, ο μπαμπάς θέλει να σε δει πριν φύγει. Θέλεις;»

Με κοίταξε με μάτια γεμάτα απορία και θυμό. «Γιατί τώρα; Γιατί όχι όταν ήμουν άρρωστος; Γιατί όχι στα γενέθλιά μου;»

Δεν είχα απαντήσεις. Μόνο μια αγκαλιά που ήθελα να τον προστατέψει από όλο τον κόσμο.

Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν σκιά. Οι συνάδελφοι στο λογιστικό γραφείο με ρωτούσαν αν είμαι καλά. Η Ειρήνη, η φίλη μου από το σχολείο, με τράβηξε στην άκρη: «Μαρία, μην αφήσεις τον θυμό σου να σε τυφλώσει. Το παιδί έχει δικαίωμα να πει όσα νιώθει.»

Το βράδυ κάναμε οικογενειακό συμβούλιο στην κουζίνα της μάνας μου. Ο Κώστας έφερε τυρόπιτα και κρασί, η μάνα μου έβαλε το καλό τραπεζομάντηλο λες και θα ερχόταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας.

«Θα πάτε μαζί;» ρώτησε η μάνα μου.

«Δεν ξέρω αν αντέχω να τον δω», είπα χαμηλόφωνα.

«Εγώ θα έρθω μαζί σου», είπε ο Κώστας.

Ο Γιάννης δεν μιλούσε. Έτρωγε σιωπηλός, με το βλέμμα χαμένο.

Το ραντεβού κανονίστηκε για το Σάββατο στο πάρκο της γειτονιάς μας στη Νέα Σμύρνη. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, αλλά εγώ ένιωθα βαριά σύννεφα πάνω από το κεφάλι μου.

Ο Νίκος στεκόταν κάτω από τα πεύκα, νευρικός, με τα χέρια στις τσέπες. Είχε αλλάξει – πιο αδύνατος, πιο σκυθρωπός.

«Γιάννη…» είπε μόλις μας είδε.

Ο Γιάννης στάθηκε μπροστά του, σφιγμένος.

«Ήρθα μόνο γιατί το ζήτησε η μαμά», είπε ψυχρά.

Ο Νίκος προσπάθησε να χαμογελάσει. «Ξέρω ότι σε πλήγωσα…»

«Δεν με πλήγωσες μόνο εμένα», τον διέκοψε ο Γιάννης.

Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Ο Κώστας με έπιασε διακριτικά από το χέρι.

Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι. «Έκανα λάθη… Πολλά λάθη… Αλλά σ’ αγαπάω.»

Ο Γιάννης δεν απάντησε. Έμεινε ακίνητος σαν άγαλμα.

«Θα φύγω για δουλειά στη Γερμανία… Δεν ξέρω πότε θα ξαναρθώ… Ήθελα μόνο να σου πω αντίο.»

Η σιωπή ήταν βαριά. Τα πουλιά κελαηδούσαν αδιάφορα πάνω από τα κεφάλια μας.

«Να προσέχεις», είπε τελικά ο Γιάννης και γύρισε προς εμένα.

Ο Νίκος προσπάθησε να τον αγκαλιάσει, αλλά ο Γιάννης έκανε ένα βήμα πίσω.

«Δεν είμαι έτοιμος», ψιθύρισε και έφυγε τρέχοντας προς την παιδική χαρά.

Έμεινα μόνη με τον Νίκο.

«Συγγνώμη, Μαρία…»

«Δεν είναι σε μένα που πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη», απάντησα σκληρά.

Έφυγε σκυφτός, σαν να κουβαλούσε όλο το βάρος του κόσμου στην πλάτη του.

Όταν γύρισα σπίτι με τον Γιάννη, κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και με κοίταξε στα μάτια.

«Μαμά… θα γυρίσει ποτέ;»

Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν ξέρω αγόρι μου… Αλλά εγώ θα είμαι πάντα εδώ.»

Τα βράδια ακόμα ακούω τα βήματα του Γιάννη στο δωμάτιό του όταν νομίζει πως κοιμάμαι. Ξέρω πως παλεύει με ερωτήματα που ούτε εγώ μπορώ να απαντήσω.

Αναρωτιέμαι: Μπορεί ποτέ μια πληγή σαν αυτή να κλείσει πραγματικά; Πόσο συγχωρούμε για χάρη των παιδιών μας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;