Πέντε χρόνια στη σκιά: Η μάνα από την Πιερία που πάλεψε για την αλήθεια μετά την εξαφάνιση της κόρης της
«Δημήτρη, δεν γίνεται να σταματήσουμε τώρα. Πρέπει να συνεχίσουμε να ψάχνουμε!» Η φωνή μου έβγαινε με βραχνή απελπισία, σχεδόν δεν αναγνώριζα τον εαυτό μου. Ο άντρας μου, σκυφτός στον παλιό μπεζ καναπέ, με κοίταξε με κόκκινα μάτια. «Λένα, έχουν περάσει πέντε χρόνια. Κανείς δεν ξέρει πού είναι η Μαρία. Δεν αντέχω άλλο…»
Τον διέκοψα με το χέρι υψωμένο. «Μην το ξαναπείς αυτό! Έχω κάθε βράδυ το όνομά της στα χείλη μου, πριν κοιμηθώ. Εγώ δεν εγκαταλείπω!»
Πέντε χρόνια. Από εκείνο το απομεσήμερο του Δεκεμβρίου που η Μαρία δεν γύρισε σπίτι. Δεκαπέντε χρονών, λαμπερή, ξεχωριστή — η κόρη μου. Ο ήλιος δύει νωρίς τον χειμώνα στην Κατερίνη και εκείνη την ημέρα είχε πάει φροντιστήριο. Το βράδυ το δωμάτιό της έμεινε παγωμένο, λες κι η παρουσία της είχε παγιδεύσει τη ζεστασιά. Το φαγητό της έμεινε άθικτο. Οι φίλες της είπαν ότι την είδαν τελευταία φορά στη στάση, να κοιτάζει το κινητό της και να μονολογεί “Δεν αντέχω άλλο”.
Από εκείνο το βράδυ, άρχισε το ταξίδι στην κόλαση. Πήγα παντού. Στο αστυνομικό τμήμα, στο νοσοκομείο, στη βιομηχανική περιοχή. Οι αστυνομικοί, στην αρχή τυπικοί, μετά αδιάφοροι. «Κυρία Λένα, τα νέα παιδιά το σκάνε συχνά. Θα γυρίσει.» Κοίταγμα ρουτίνας, γραμμένο απάνω τους. Έφυγα από εκεί, μ’ ένα βάρος στο στήθος και τον άντρα μου πίσω να γυρνάει στα καφενεία με την ενοχή ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Οι δικοί μου συγγενείς ψιθύριζαν «κάτι ήξερε το κορίτσι, δεν χάνεται έτσι απλά». Ο αδερφός της κλείστηκε στον εαυτό του και το σπίτι έγινε ναρκοπέδιο σιωπών.
Η μάνα μου μού έλεγε να κάνω προσευχή στην Παναγία, αλλά κάθε εικόνα μέσα στο ταπεινό εκκλησάκι μου γεννούσε φρίκη – το βλέμμα της Μαρίας, παγωμένο στο σκοτάδι. Το βράδυ, σχεδόν δεν έκλεινα μάτι – άκουγα τον αέρα, τα κουνούπια, τα πάντα. Σε κάθε διστακτικό χτύπημα στην πόρτα φτερουγίζαμε όλοι. Η ελπίδα τρώει τις σάρκες.
Τσακώθηκα με τους πάντες. Με τον Δημήτρη, που ήθελε να εξαφανιστεί στη δουλειά. Με τους αστυνομικούς που με περνούσαν για υπερβολική. Με τους συγγενείς που έλεγαν «ξέχασε τη, η κόρη σου κάνει τη ζωή της κάπου αλλού». Ακόμα και με τον Θεό. Δεν ήμουν πια η Λένα που ήξερε όλο το χωριό – ήμουν μια μάνα-σκιά. Κάθε μέρα πήγαινα στα σημεία όπου πήγαινε η Μαρία, ρωτούσα στα μαγαζιά, μοίραζα φωτογραφίες. Άλλοι με κοίταζαν με συμπόνια, άλλοι με αποφυγή. Ένα παιδί που χάθηκε, ποιος θέλει να μιλά γι’ αυτό;
Στο σχολείο, οι καθηγητές της έκαναν πως δεν ξέρουν. Η δασκάλα των αγγλικών, η κυρία Καραγιάννη, λιγόλογη, μου γύρισε την πλάτη όταν την πλησίασα. Εκεί κατάλαβα ότι κανείς δεν ήθελε την αλήθεια – όλοι ήθελαν να τελειώσει γρήγορα η ιστορία, να κλείσουν τα στόματα, να σβήσουν οι μνήμες. Μα εγώ δεν μπορούσα.
Οι φήμες φούντωσαν. Κάποιοι έλεγαν πως την είδαν με έναν Πακιστανό στη λαϊκή, άλλοι ότι ανέβηκε σε αμάξι με ξένες πινακίδες. Κάποιες γυναίκες της γειτονιάς ψιθύριζαν πως ο δάσκαλος της μουσικής της είχε πολύ οικείες σχέσεις. Απόκομμα εφημερίδας έγραφε «σύνηθη φαινόμενα φυγής εφήβων». Πάγωνε το αίμα μου – ποιος γράφει έτσι για τα παιδιά μας;
Βγήκα σε εκπομπή της τηλεόρασης – με ρώτησαν κλαίγοντας «Τι νιώθετε;». Ένιωσα πείραμα σε εργαστήριο. Μόλις έσβησαν τα φώτα, όλοι επέστρεψαν στις ζωές τους και εγώ στο σπίτι-φάντασμα, το δωμάτιο της Μαρίας με αφίσα του Ρουβά στον τοίχο και άρωμα βανίλιας στα σεντόνια.
Πέρασα χειμώνες που η βροχή διάβρωνε τα πεζοδρόμια, και εγώ έτρεχα με αφίσες στην τσάντα και κομποσκοίνι στο χέρι. Πήγα σε χαρτορίχτρες, σε ψυχολόγους, σε ιερείς. Ένας παπάς μου είπε «Το παιδί σου ζει, αλλά δεν μπορεί να γυρίσει». Τι να πει κι αυτός; Έχω χάσει τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Ο Δημήτρης έκλαιγε τα βράδια, κλειδωμένος στο μπάνιο. Ο αδερφός της, ο Γιώργος, πήγε φαντάρος στα Γιάννενα – ούτε ένα τηλεφώνημα, μόνο βλέμματα σβηστά όταν βρισκόμασταν τα καλοκαίρια.
Μια μέρα με πήραν τηλέφωνο από την Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. «Κυρία Νικολαΐδου, έχουμε μια καταγγελία. Βρέθηκε κορίτσι με τα χαρακτηριστικά της Μαρίας σας». Τα γόνατά μου λύγισαν. Τρέξαμε με τον άντρα μου σαν τρελοί. Η κοπέλα φοβισμένη, ξανθά βαμμένα μαλλιά, μάτια σαν τη Μαρία. Ήταν όμως άλλη. Γύρισα σπίτι και έσβησα το φως χωρίς να βγάλω τα ρούχα μου, μυρίζοντας το μαξιλάρι της κόρης μου. Κάθε φορά η ίδια αναμονή. Κάθε φορά ο ίδιος θάνατος.
Αντάλλαξα σκληρά λόγια με όλους. Ο αδελφός του Δημήτρη με χρέωσε πως «αν είχες μεγαλώσει σωστά το κορίτσι σου, δεν θα είχε φύγει». Όλα έπεσαν στον δικό μου λαιμό. Στο σούπερ μάρκετ, κάποιες μητέρες έκοβαν την κουβέντα όταν περνούσα από δίπλα. Η ντροπή, το στίγμα, η μοναξιά. Έπιασα τον εαυτό μου να ζητά συγγνώμη από όλους, για την απώλεια και για αυτό που είχα γίνει – μια γυναίκα χωρίς άλλο ρόλο παρά μόνο τη μάνας που υπομένει.
Έγινα ενοχλητική. Οι αστυνομικοί έκλειναν τα τηλέφωνα. Τα δημοσιεύματα έπαψαν. Μέχρι που με βρήκε μια κοπέλα — η Αυγή, φίλη της Μαρίας από το παλιό φροντιστήριο. Ήρθε ένα βράδυ με δάκρυα στα γυαλιά. «Η Μαρία είχε μπλέξει, θεία Λένα, με κάτι μεγαλύτερους. Την απειλούσαν, δεν ήθελε να σας το πει. Μήπως υπάρχει ελπίδα να τη βρείτε;» Έσφιξα τα χέρια της σαν να κρατούσα την ίδια τη Μαρία. Κάναμε μαζί καταγγελία, αλλά τίποτα δεν βγήκε.
Οι μέρες περνούσαν ίδιο ζόφος. Το σπίτι, η δουλειά στο ταχυδρομείο, η επίπληξη του προϊσταμένου – «Να συγκεντρωθείς, κυρία Νικολαΐδου, τα γράμματα πρέπει να παραδίδονται στην ώρα τους, όχι στην όρεξη σου». Πού να μάθει εκείνος, δεν έχω όρεξη για τίποτα πια.
Οι ψυχολόγοι με ρωτούσαν για το πένθος μου. Είναι πένθος όταν δεν έχεις θάψει ακόμα το ίδιο σου το παιδί; Πόσες φορές έδειξα τη φωτογραφία της στους περαστικούς; Πόσες ελπίδες νανακάνεις και να ξανασπάσεις;
Σχεδόν μίσησα τη ζωή μου και τους γύρω – κράτησαν όλοι αποστάσεις από εμένα, λες και ο πόνος μεταδίδεται. Ο Δημήτρης λίγο λίγο στέρεψε πλάι μου, ήρθε διαζύγιο, κανείς δεν άντεξε – ούτε και εγώ. Άφησα το σπίτι, πήγα σ’ ένα ενοίκιο στην πόλη. Κανείς δεν με αναγνώριζε πια, μπορούσα να περνάω απαρατήρητη. Όμως οι εφιάλτες είναι παντού. Η Μαρία δεν μεγαλώνει στο μυαλό μου, έμεινε πάντα δεκαπέντε, το δωμάτιό της στάσιμο.
Πέντε χρόνια τώρα, κοιτάζω τον καθρέφτη και σκέφτομαι: Αν ήμουν καλύτερη μάνα, θα ήταν εδώ; Αν είχα ακούσει νωρίτερα τους φόβους της, θα είχε σωθεί; Τι αξίζει να περιμένεις όταν όλοι γύρω σου σου λένε να σταματήσεις; Για πόσο ακόμα αντέχει μια μάνα να ψάχνει για το θαύμα;
Οι φωνές και τα βήματα στο διάδρομο το βράδυ με κάνουν ακόμα ν’ ανατριχιάζω. Θέλω να ρωτήσω όλους εσάς: Μπορείτε να μείνετε αλώβητοι όταν το παιδί σας χαθεί; Τι θα κάνατε αν ήσασταν εσείς στη θέση μου; Η αγάπη, άραγε, αρκεί για να νικήσει το σκοτάδι;