Μεταξύ Δικαιοσύνης και Αγάπης – Το Δίλημμα της Καρδιάς μου
«Μαμά, γιατί έδωσες στη Μαρία μεγαλύτερο κομμάτι γλυκό από εμένα;» Το βλέμμα του μικρού μου μού τρύπησε την καρδιά. Η Ελένη, μόλις οκτώ ετών, στέκεται μπροστά μου με σταυρωμένα τα χέρια και τρεμάμενα χείλη. Πίσω της, η Μαρία – τρία χρόνια μεγαλύτερη – σκύβει το κεφάλι ξέροντας πως τα αδέρφια σ’ ένα σπίτι σαν το δικό μας, χωμένο σε μια πολυκατοικία στο Περιστέρι, ζουν για τις μικρές αυτές στιγμές δικαίωσης.
Το γλυκό το είχα κόψει άνισα, αυτό ήταν αλήθεια. Μα σκεφτόμουν πως η Μαρία πέρασε τη μέρα της διαβάζοντας ώρες για το διαγώνισμα, μην προλάβει να ξεφύγει το όνειρο μιας υποτροφίας. Η Ελένη, το μικρό μου λαμπρό αστέρι, είχε όλη την ημέρα ελεύθερη, κυνηγώντας τις κούκλες και τα σεντόνια στο σαλόνι. Στάθηκα ανάμεσά τους, κρυμμένη πίσω από το δίσκο και τα ποτήρια, και προσπάθησα να μαζέψω κουράγιο.
«Μα το αξίζει, μανάρι μου…» έπιασα να ψιθυρίζω, όμως αμέσως κατάλαβα τον γκρεμό της αδικίας που χάσκει μπροστά μου. Πώς να δικαιολογήσεις αυτό που φαίνεται άδικο, όταν έχεις δύο καρδιές μπροστά σου να κρίνουν την αξία που τους αναγνωρίζεις;
Η Ελένη γύρισε και πέταξε τις παντόφλες της με οργή. «Πάντα αυτήν αγαπάς περισσότερο!» τσίριξε. Αισθάνθηκα το παγωμένο χέρι του φόβου να με σφίγγει στο στομάχι. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, μπήκε στο σαλόνι ρίχνοντας ένα βλέμμα ερώτησης. Μονίμως ανάμεσα μας πλανώνται εκείνα τα άλυτα ζυγίσματα: είναι δίκαιο να δίνεις σε όλους το ίδιο ή σε καθένα ό,τι χρειάζεται πραγματικά;
Το ίδιο βράδυ, περπατώντας άκεφη στα λαβυρινθώδη σοκάκια της γειτονιάς με τη φίλη μου την Κατερίνα, άνοιξα την καρδιά μου. «Δεν αντέχω άλλο να νιώθω πως είμαι άδικη… Φοβάμαι πως η Ελένη μεγαλώνει με την αίσθηση πως δεν είναι ίδιας αξίας.» Η Κατερίνα, μάνα τριών αγοριών, με άκουσε συλλογισμένη: «Δημήτρα, μήπως ζητάς validation από τα παιδιά σου; Μπορείς, άραγε, να είσαι πάντα δίκαιη;»
Ήξερα πως οι εσωτερικές μου μάχες δεν ξεκινούσαν τώρα, ούτε τελείωναν εκείνο το βράδυ. Από μικρή, στο σπίτι μας στο Χαλάνδρι, ζύγιζα κάθε μου κίνηση. Ο πατέρας ήθελε πάντα να με βλέπει «ανεξάρτητη», η μητέρα να είμαι «ευγενική και δίκαιη προς όλους». Μεγάλωσα με αυτό τον καταναγκασμό, όπως και τόσες άλλες Ανατολικομεσογειακές κοπέλες: «μην αφήσεις κανέναν ν’ αδικηθεί, ούτε καν εσένα την ίδια». Ο φόβος μου μήπως με θεωρήσουν άδικη ή ανεπαρκή με τριγυρνάει σαν σκιώδης σκύλος κι όσο και να πείθω τον εαυτό μου, πάντα κάτι λείπει από την ισορροπία.
Την Κυριακή, στο κυριακάτικο τραπέζι, η γιαγιά Αγγελική άναψε τη φωτιά. «Έλα Ελένη, εδώ δίπλα μου, είσαι η μικρή μου εγγονή!» Μαρία και Γιάννης φιλοσοφούσαν για ποδόσφαιρο χαμηλόφωνα, ενώ εγώ μάζευα τα μαχαιροπήρουνα, βλέποντας το βλέμμα της μητέρας μου να ψάχνει στον ορίζοντα κάτι που θα ακυρώσει και τη δική μου παρουσία. Η Ελένη κοίταξε δυσαρεστημένη το πιάτο της.
«Πάλι, μωρέ μαμά, αυτή η ιστορία…» μου είπε η Μαρία αργά, όταν πια είχαμε μαζέψει. «Γιατί δεν δέχεσαι απλά ό,τι έγινε; Ό,τι και να κάνεις θα έχεις πάντα κατηγορίες. Δεν είναι αμαρτία να δώσεις λίγο παραπάνω σε κάποιον που το χρειάζεται». Μα ο κόμπος στο λαιμό μου πειράζει ακόμα τους ήσυχους ύπνους μου.
Όταν ήμουν δεκαπέντε, στο γυμνάσιο, είχα έναν καθηγητή που μας είχε μαζέψει όλους στο γραφείο του και ρώτησε: «Τι είναι δικαιοσύνη;» Εγώ απάντησα: «Να παίρνει ο καθένας το ίδιο». Εκείνος με κοίταξε και είπε: «Ή μήπως αυτό που πραγματικά χρειάζεται;» Από τότε με πετάει στο χάος αυτή η ερώτηση, βαθιά και άβολη.
Τα οικονομικά μας σφίγγουν όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Ξυπνάω νωρίς για να φτιάξω δανεικά φαγητά στα παιδιά, μα καμιά φορά κουράζομαι τόσο που θέλω απλά να γκρινιάξω στην παλιά μου φίλη: «Δεν μπορώ να κάνω τους πάντες χαρούμενους!» Ο Γιάννης ζητά αναγνώριση, τα παιδιά προσοχή, η μητέρα κρυφή τιμή, η κοινωνία αντιστάθμισμα. Εγώ; Εγώ που χωράω;
Ένα μεσημέρι, μέρες μετά, βρέθηκα μπροστά στην Ελένη στο πάρκο. Τραβούσε ένα κορίτσι απ’ τα μαλλιά – «Δεν είναι δίκαιο! Πάντα παίζει πρώτη, εγώ ποτέ…» Ο αδυσώπητος κύκλος επαναλήφθηκε: να προστατέψω το παιδί μου, να βάλω όριο, να αποδείξω πως σέβομαι κάθε ανάγκη, κάθε ψυχή, μα πώς να το κάνεις όταν έχεις μάθει να συγχωρείς μέχρι και το δικό σου λάθος;
Τη νύχτα, ξαπλωμένη δίπλα στον Γιάννη, βυθιζόμουν σε εικόνες. Αν οι άνθρωποι γεννιόμαστε με τη λαχτάρα να μετριέται η αγάπη ή η αξία μας ανάλογα με του διπλανού μας, τότε ποιος μας γλιτώνει από την καταδίκη; Πόσες φορές έχω ψίθυρο-μαλώσει μέσα μου: «Όλα ίσα ή όλα δίκαια;»
Την επόμενη μέρα, στην αυλή του σχολείου, άκουσα τη φωνή της δασκάλας: «Να προσέχουμε να μην ξεχωρίζουμε κάποιο παιδί». Κι όμως, όλοι εκεί θέλουν να ξεχωρίσουν. Οι μεγάλοι, οι γονείς, κι εμείς οι ίδιοι. Περιμένουμε το “μπράβο”, αλλά όταν δεν μας το δίνουν άμεσα, σφίγγουμε τα δόντια. Γιατί αυτό το validation που αποζητούσα τόσο, τελικά με πλήγωνε περισσότερο από όσο με θεραπεύει.
Μέσα στην αστικοποίηση και στην κρίση που στοιχειώνει την καθημερινότητα των Αθηναίων γονιών, πρέπει να βρούμε μιαν ισορροπία ανάμεσα στο ανθρώπινο και το δίκαιο, ανάμεσα στην αναγνώριση και στη σιωπή της συνείδησης. Μα ποιος την βρίσκει στ’ αλήθεια; Το βράδυ, καθώς κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού της Ελένης και χαϊδεύω τα μαλλιά της που μυρίζουν παιδικό ιδρώτα, μου ξεφεύγει δάκρυ.
«Μαμά, με αγαπάς όσο τη Μαρία;» κοίταξε τα χέρια της σφιγμένα πάνω στα σεντόνια. Δεν απάντησα ευθέως. «Η αγάπη δεν μετριέται, καρδιά μου. Μπορεί να φαίνεται άδικο μερικές φορές, αλλά προσπαθώ να σας δίνω ό,τι κάθε μία χρειάζεται. Κι εγώ μαθαίνω ακόμα…»
Στο σαλόνι, η Μαρία διαβάζει με ακουστικά. Ο Γιάννης ετοιμάζει το φαγητό για το αυριανό μεσημέρι. Κοιτώ τις κόρες μου και αναρωτιέμαι: Θα μας μετρήσει ποτέ η κοινωνία δίκαια; Ή τελικά μας μένει μονάχα να αποδεχτούμε πως η πραγματική δικαιοσύνη στα σπίτια μας χτίζεται με σιωπηλές αποφάσεις και μικρές ήττες;
Αλήθεια, για εσάς τι σημαίνει δικαιοσύνη στην οικογένεια; Είναι άραγε πιο δίκαιο να φέρεσαι σε όλους το ίδιο ή να δίνεις στον καθένα αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη;