«Μάνα, δεν γίνεται να μας το κάνεις αυτό τώρα»: Το καλοκαίρι που κράτησα τα εγγόνια μου, ξέχασα τον εαυτό μου και όταν είπα “ως εδώ”, έγινα η κακιά της οικογένειας
«Μαμά, μόνο για το καλοκαίρι. Να σταθούμε λίγο στα πόδια μας και από Σεπτέμβρη βλέπουμε».
Αυτό μου είπε ο γιος μου ο Στέλιος, κι εγώ τον κοίταξα πάνω από τα γυαλιά μου και είπα το ναι σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Μπροστά μου στεκόταν και η γυναίκα του, η Δήμητρα, με εκείνο το κουρασμένο χαμόγελο που έχουν οι άνθρωποι όταν τρέχουν όλη μέρα και δεν τους φτάνει ο χρόνος. Τους λυπήθηκα. Αλήθεια τους λυπήθηκα.
«Θα τα κρατάω εγώ τα παιδιά», είπα. «Μη δίνετε λεφτά δεξιά κι αριστερά».
Στην αρχή το ένιωσα και όμορφο. Ξυπνούσα νωρίς, έφτιαχνα τοστ, έκοβα καρπούζι, γέμιζε το σπίτι φωνές. Ο μικρός ο Μανώλης ήθελε συνέχεια να του διαβάζω το ίδιο παραμύθι. Η Ειρήνη μου χτένιζε τα μαλλιά και μου έβαζε πλαστικά τσιμπιδάκια. Έλεγα, δόξα τω Θεώ, γεμίζει το σπίτι ζωή.
Μόνο που η ζωή αυτή άρχισε σιγά σιγά να γίνεται αγγαρεία. Και δεν το κατάλαβα απότομα. Ήρθε λίγο λίγο, όπως μπαίνει η υγρασία στον τοίχο.
Στην αρχή ήταν τα ωράρια.
«Μαμά, θα αργήσουμε λίγο σήμερα.»
Το λίγο γινόταν μια ώρα. Μετά δύο. Μετά έβλεπα το ρολόι, δέκα και τέταρτο το βράδυ, τα παιδιά να νυστάζουν στον καναπέ και το φαγητό να έχει παγώσει.
Ύστερα ήρθαν οι παρατηρήσεις.
«Τους έδωσες μακαρόνια πάλι;» μου είπε μια μέρα η Δήμητρα, βγάζοντας τα παπούτσια της στην είσοδο.
Την κοίταξα. «Έφαγαν, χόρτασαν, ήταν και χαρούμενα».
«Ναι, αλλά προσπαθούμε να έχουν πρόγραμμα. Και ο Μανώλης δεν πρέπει τόση οθόνη».
Έμεινα με το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Ο Μανώλης είχε δει μισή ώρα παιδικά, όσο έπλενα πιάτα και μάζευα χυμούς από το πάτωμα.
Δεν είπα τίποτα. Κατάπια.
Μετά άρχισε και ο Στέλιος.
«Μαμά, μήπως να είσαι λίγο πιο προσεκτική; Η Ειρήνη ήρθε με άλλη μπλούζα χθες. Της είχες βάλει του αδερφού της».
«Στέλιο, δύο παιδιά έχω από το πρωί, μαγειρεύω, καθαρίζω, τα κάνω μπάνιο. Μπέρδεψα μια μπλούζα».
«Δεν στο λέω κακά», μου είπε, αλλά αυτό το “δεν στο λέω κακά” πονάει καμιά φορά περισσότερο κι από φωνή.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, άρχισαν να αφήνουν και πράγματα να εννοηθούν. Ότι αφού είμαι συνταξιούχος, έχω χρόνο. Ότι “τι άλλο να κάνεις όλη μέρα;”. Αυτή η φράση με τσάκισε.
Τι άλλο να κάνω;
Να πάω μια βόλτα χωρίς να κοιτάω ρολόι. Να πιω έναν καφέ με τη γειτόνισσα. Να κοιμηθώ ένα μεσημέρι. Να πάω στο γιατρό για το γόνατό μου που με πεθαίνει και όλο το αναβάλλω. Να είμαι άνθρωπος, όχι μόνο διαθέσιμη.
Μια Πέμπτη του Ιουλίου κατάλαβα ότι είχα φτάσει στα όριά μου. Είχε σαράντα βαθμούς. Ο μικρός έκλαιγε γιατί δεν έβρισκε το παιχνίδι του, η Ειρήνη είχε χύσει πορτοκαλάδα στο χαλί, εγώ είχα ζαλιστεί και ένιωθα την πίεσή μου να ανεβαίνει. Τους πήρα τηλέφωνο τρεις φορές. Δεν απαντούσαν.
Ήρθαν κατά τις εννιάμιση.
Η Δήμητρα μπήκε μέσα και πριν καν πει καλησπέρα, κοίταξε τον νεροχύτη.
«Δεν πρόλαβες τα πιάτα;» είπε.
Δεν ξέρω τι έγινε εκείνη τη στιγμή. Μόνο ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν.
«Όχι», της είπα. «Δεν πρόλαβα τα πιάτα. Δεν πρόλαβα ούτε να καθίσω. Δεν πρόλαβα ούτε να ανασάνω».
Ο Στέλιος πάγωσε.
«Μαμά…»
«Όχι, άσε με να μιλήσω τώρα, γιατί τόσον καιρό σωπαίνω. Εγώ είπα να βοηθήσω. Δεν είπα να γίνω υπηρέτρια. Δεν είπα να μετράτε τι έφαγαν, τι φόρεσαν, αν κοιμήθηκαν δέκα λεπτά παραπάνω. Εγώ τα μεγαλώνω από το πρωί μέχρι το βράδυ και στο τέλος απολογούμαι κιόλας;»
Η Δήμητρα κοκκίνισε.
«Δεν σε είπε κανείς υπηρέτρια».
«Έτσι με κάνετε να νιώθω», της απάντησα. «Και ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Ότι αρχίζω να μην χαίρομαι τα εγγόνια μου. Να κουράζομαι όταν χτυπάει το κουδούνι. Να φοβάμαι τι θα ακούσω πάλι. Αυτό δεν το θέλω ούτε για μένα ούτε για τα παιδιά».
Έπεσε μια σιωπή βαριά. Ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας και το βουητό από τον ανεμιστήρα.
Ο Στέλιος χαμήλωσε το βλέμμα.
«Και τι θες να κάνουμε τώρα;» είπε τελικά. «Να αφήσουμε τις δουλειές μας;»
Αυτό ήταν άδικο, και το ήξερε.
«Θέλω να βρείτε λύση που να μην πατάει πάνω μου», είπα πιο ήρεμα. «Από Δευτέρα δεν μπορώ να τα κρατάω κάθε μέρα. Μπορώ δύο φορές τη βδομάδα. Όχι άλλο».
Η Δήμητρα πήρε τα παιδιά χωρίς άλλη κουβέντα. Ο Στέλιος έμεινε μισό λεπτό πίσω.
«Μας φέρνεις σε πολύ δύσκολη θέση», μου είπε ψυχρά.
Τον κοίταξα και για μια στιγμή είδα το παιδί που είχα μεγαλώσει μόνη μου, με δύο δουλειές και χίλιες στερήσεις. Και πονάει να το λέω, αλλά εκείνο το βράδυ δεν είδα ευγνωμοσύνη. Είδα μόνο απαίτηση.
Τις επόμενες μέρες δεν με πήραν τηλέφωνο. Ούτε για καλημέρα. Ούτε να δουν αν ζω. Μόνο ένα ξερό μήνυμα από τον Στέλιο: «Θα τα κανονίσουμε».
Το διάβασα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού μου και έκλαψα σαν χαζή. Όχι γιατί σταμάτησα. Αλλά γιατί χρειάστηκε να φτάσω να σπάσω για να ακουστώ.
Τώρα έχουν περάσει εβδομάδες. Η σχέση μας είναι παγωμένη. Βλέπω τα εγγόνια λιγότερο. Μου λείπουν αφόρητα. Αλλά όταν ξυπνάω το πρωί και πίνω τον καφέ μου ήσυχα, χωρίς άγχος, χωρίς πρόγραμμα чужνού σπιτιού πάνω στο κεφάλι μου, νιώθω και μια μικρή ανακούφιση. Και μετά νιώθω ενοχή γι’ αυτή την ανακούφιση. Τι μπέρδεμα κι αυτό.
Αγάπη χωρίς όρια γίνεται βάρος; Και μια μάνα, όσο μάνα κι αν είναι, δεν έχει δικαίωμα κάποτε να πει «μέχρι εδώ»;
Πείτε μου ειλικρινά… εσείς στη θέση μου θα αντέχατε κι άλλο ή θα βάζατε όριο, όσο κι αν πονούσε;