«Διάλεξα τον άντρα μου αντί για τους γονείς μου… και τώρα το σπίτι μου είναι πιο άδειο από ποτέ»

«Αν θες να μείνουμε μαζί, θα κόψεις αυτά τα κάθε Κυριακή στους δικούς σου. Τέλος.»

Ο Στέλιος το είπε με τη φωνή χαμηλή, αλλά πιο πολύ με τρόμαξε αυτό. Όχι οι φωνές. Όχι ο θυμός. Αυτή η παγωμένη σιγουριά. Στεκόμασταν στο πεζοδρόμιο έξω από την πολυκατοικία των γονιών μου στα Πατήσια, κι εγώ κρατούσα ακόμα το τάπερ με το παστίτσιο που μου είχε δώσει η μάνα μου «για αύριο». Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο, που λίγο έλειψε να μου πέσει.

Όλα είχαν ξεκινήσει, όπως πάντα, με κάτι μικρό. Ένα κυριακάτικο τραπέζι. Ψητό στο φούρνο, σαλάτα, φέτα, ο πατέρας μου στην κεφαλή του τραπεζιού και η μάνα μου να πηγαινοέρχεται αγχωμένη, λες και αν αργούσε δύο λεπτά το φαγητό θα γινόταν καταστροφή.

Ο πατέρας μου δεν συμπαθούσε ποτέ τον Στέλιο. Όχι ανοιχτά στην αρχή. Με εκείνο το ελληνικό, το μισό χαμόγελο και τις «καλοπροαίρετες» κουβέντες.

«Καλά πάει η δουλειά στο μαγαζί ή ακόμα παλεύεις;»

«Να δούμε πότε θα κάνετε κι εσείς ένα παιδί, γιατί με τα ωράρια που έχεις…»

«Η Κατερίνα κουράζεται πολύ, παιδί μου. Το σπίτι θέλει πρόγραμμα.»

Το έλεγε και κοιτούσε εμένα, αλλά ήταν για τον Στέλιο. Πάντα για τον Στέλιο.

Ο άντρας μου δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ σε ένα μικρό συνεργείο με ηλεκτρικά είδη στο Αιγάλεω. Δεν έβγαζε τρελά λεφτά, αλλά ήταν τίμιος. Κι όταν οι δουλειές έπεσαν, πήρε και διανομές τα βράδια για να μη μείνουμε πίσω στο ενοίκιο και στους λογαριασμούς. Εγώ το έβλεπα. Ο πατέρας μου έβλεπε μόνο ότι «δεν είναι μόνιμος κάπου».

Εκείνη την Κυριακή, ο πατέρας μου ξεπέρασε κάθε όριο.

«Εγώ ένα πράγμα ξέρω», είπε, κόβοντας το ψωμί. «Όταν ένας άντρας δεν μπορεί να βάλει μια τάξη στο σπίτι του, μετά φταίνε όλοι οι άλλοι.»

Ο Στέλιος άφησε κάτω το πιρούνι.

«Τι εννοείτε;»

«Αυτό που λέω. Η κόρη μου έρχεται εδώ και είναι πτώμα. Όλο τρέχει. Και συγγνώμη κιόλας, αλλά ούτε οικονομικά σας βλέπω να προχωράτε.»

Η μάνα μου ψιθύρισε το κλασικό «άστο τώρα, Βαγγέλη», αλλά χωρίς δύναμη. Σαν να το έλεγε από συνήθεια.

«Μπαμπά, σε παρακαλώ», είπα.

Αλλά ήταν αργά.

Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα.

«Δουλεύω σαν σκυλί», είπε. «Και δεν θα έρχομαι εδώ να δίνω αναφορά.»

Ο πατέρας μου γέλασε ειρωνικά. Αυτό το γέλιο… ακόμα το ακούω.

«Αναφορά; Άμα θες να λέγεσαι οικογενειάρχης, να αντέχεις και δυο κουβέντες.»

«Δυο κουβέντες είναι αυτές; Κάθε φορά με μειώνετε μπροστά στη γυναίκα μου.»

Εγώ είχα παγώσει. Κοίταζα μια τον έναν, μια τον άλλον, και ένιωθα σαν να ήμουν δέκα χρονών πάλι, στη μέση ενός καβγά που δεν μπορούσα να σταματήσω.

«Κατερίνα, πάμε», είπε ο Στέλιος.

Ο πατέρας μου χτύπησε το χέρι στο τραπέζι.

«Αν έχεις νεύρα, να μάθεις να τα κρατάς στο σπίτι σου. Όχι εδώ.»

Τότε ο Στέλιος γύρισε και τον κοίταξε κατάματα.

«Αυτό θα κάνω. Και από δω και πέρα, η γυναίκα μου δεν θα είναι κάθε τρεις και λίγο εδώ για έλεγχο.»

Η μάνα μου έβαλε τα κλάματα. Ο αδερφός μου, που μέχρι τότε δεν μιλούσε, είπε μόνο ένα «έλα ρε παιδιά», αλλά κανείς δεν τον άκουσε.

Φύγαμε μέσα σε μια αηδιαστική σιωπή.

Στο αυτοκίνητο δεν μιλήσαμε καθόλου. Μόνο όταν φτάσαμε κάτω από το σπίτι, ο Στέλιος μου είπε το τελεσίγραφο. Ή εκείνος ή η συνεχής παρουσία των γονιών μου στη ζωή μας. Οι επισκέψεις χωρίς προειδοποίηση. Τα καθημερινά τηλέφωνα της μάνας μου. Οι γνώμες του πατέρα μου για τα λεφτά μας, για το πότε θα κάνουμε παιδί, για το πώς μαγειρεύω, για όλα.

Και ναι… διάλεξα τον άντρα μου.

Σταμάτησα τα κυριακάτικα τραπέζια. Μίκρυνα τα τηλεφωνήματα. Όταν η μάνα μου έλεγε «να περάσω να σου αφήσω λίγα γεμιστά», έβρισκα δικαιολογία. Ο πατέρας μου δεν με πήρε ποτέ να ζητήσει συγγνώμη. Μόνο ένα μήνυμα: «Να θυμάσαι ποιοι σε μεγάλωσαν.»

Αυτό με τσάκισε.

Πίστευα ότι, κάνοντας αυτή την επιλογή, θα ηρεμούσε ο γάμος μου. Ότι ο Στέλιος θα μαλάκωνε, θα ένιωθε πως τον στηρίζω, και θα ξαναβρίσκαμε τη ζεστασιά μας.

Δεν έγινε έτσι.

Το σπίτι μας έγινε ήσυχο με άσχημο τρόπο. Όχι γαλήνη. Σιωπή. Ο Στέλιος γυρίζει κουρασμένος, τρώμε σχεδόν χωρίς να μιλάμε, εκείνος χαζεύει στο κινητό, εγώ πλένω πιάτα χωρίς λόγο αργά, μόνο και μόνο για να μη βρεθούμε απέναντι στο σαλόνι και πρέπει να πούμε αυτά που δεν λέμε.

Μερικές φορές τον κοιτάζω και θέλω να του φωνάξω: «Σε διάλεξα. Τι άλλο θέλεις από μένα;»

Αλλά δεν το λέω.

Κι από την άλλη, όταν βλέπω τις φωτογραφίες από τα κυριακάτικα τραπέζια που ανεβάζει ο αδερφός μου, νιώθω σαν να πενθώ ανθρώπους που είναι ζωντανοί. Η μάνα μου μού στέλνει καμιά φορά μόνο ένα «είσαι καλά;» κι εγώ κάθομαι δέκα λεπτά πάνω από την οθόνη πριν απαντήσω ένα ξερό «ναι».

Δεν ξέρω πια ποιος έχει δίκιο. Ο πατέρας μου ήταν άδικος, σκληρός, προσβλητικός. Ο Στέλιος είχε δίκιο που θύμωσε. Αλλά το τελεσίγραφο ήταν αγάπη ή έλεγχος; Και η δική μου υποχώρηση ήταν στήριξη στον γάμο μου ή προδοσία προς τον εαυτό μου;

Το χειρότερο είναι πως έχω μείνει στη μέση χωρίς κανέναν. Σαν να έκοψα ένα κομμάτι από τη ζωή μου και πάλι να μην έφτανε.

Τελικά, πόσα πρέπει να χάσει μια γυναίκα για να αποδείξει ότι αγαπά; Και αν για να κρατήσεις έναν γάμο πρέπει να μικρύνεις τόσο πολύ, αξίζει;