«Όταν αρνήθηκα να στρώσω άλλο τραπέζι για όλους τους άλλους, έχασα τον γάμο μου — αλλά βρήκα ξανά τον εαυτό μου»
«Ή θα πάρεις τηλέφωνο τη μάνα μου να ζητήσεις συγγνώμη, ή να ξέρεις, διαλύεις το σπίτι μας.»
Ο Στέλιος το είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψυχρά, ενώ εγώ στεκόμουν στην κουζίνα με τα χέρια ακόμα βρεγμένα από τα πιάτα. Θυμάμαι ότι τον κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε θυμό. Ούτε κλάμα. Μόνο ένα βουητό στ’ αυτιά, σαν να είχε σπάσει κάτι μέσα μου που κρατιόταν χρόνια.
Όλα είχαν ξεκινήσει, πάλι, για ένα οικογενειακό τραπέζι.
Η πεθερά μου, η κυρία Μαρία, είχε συνηθίσει να θεωρεί δεδομένο ότι εγώ θα κάνω τα πάντα. Πασχαλιά, Χριστούγεννα, ονομαστικές γιορτές, Κυριακές με ξαδέρφια, τραπέζια «έτσι, για το καλό». Εγώ ψώνια, εγώ μαγείρεμα, εγώ γλυκά, εγώ καθάρισμα πριν και μετά. Εκείνη καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού και έδινε οδηγίες.
«Το αρνάκι το ήθελε λίγο πιο λεμονάτο.»
«Η σαλάτα άργησε.»
«Στο σπίτι μας, αυτά τα κάναμε αλλιώς.»
Πάντα αυτό το «στο σπίτι μας». Λες και εγώ δεν είχα σπίτι. Δεν είχα τρόπο. Δεν είχα αξία.
Στην αρχή έλεγα δεν πειράζει. Για την ηρεμία. Για τον Στέλιο. Για να μην ακούνε τα παιδιά φωνές. Ο Στέλιος κάθε φορά το ίδιο:
«Άσ’ τη, μωρέ Ελένη. Μην δίνεις σημασία. Έτσι είναι η μάνα μου.»
Έτσι είναι η μάνα σου. Και εγώ πώς είμαι; Εγώ πόσο να αντέξω;
Δεν ήταν μόνο οι κουβέντες. Ήταν το ύφος. Το βλέμμα που με σάρωνε από πάνω μέχρι κάτω. Αν καθόμουν πέντε λεπτά, πεταγόταν:
«Ελένη, φέρε λίγο ψωμί.»
Αν έτρωγα τελευταία, το θεωρούσε φυσικό.
Αν κουραζόμουν, με έλεγε υπερβολική.
Μια φορά, Χριστούγεννα, είχα 39 πυρετό. Είχα φτιάξει μελομακάρονα από το βράδυ, είχα βάλει το χοιρινό στον φούρνο και είχα σκουπίσει όλο το σπίτι. Ήρθε, με κοίταξε και είπε μπροστά σε όλους:
«Οι σημερινές κοπέλες με το παραμικρό πέφτουν στο κρεβάτι. Εμείς γεννούσαμε και την άλλη μέρα ζυμώναμε.»
Γέλασαν δύο θείες. Ο Στέλιος χαμογέλασε αμήχανα. Εγώ πήγα στο μπάνιο και έκλαψα αθόρυβα, για να μην με ακούσουν τα παιδιά.
Το χειρότερο ήταν ότι σιγά σιγά άρχισα να πιστεύω πως ίσως έφταιγα κιόλας. Μήπως δεν ήμουν αρκετά καλή; Μήπως όντως μεγαλοποιούσα; Αυτό κάνει η συνεχής κριτική. Μπαίνει μέσα σου και κάθεται.
Φέτος, πριν τη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου, η κυρία Μαρία ανακοίνωσε σαν διαταγή:
«Θα μαζευτούμε όλοι στο σπίτι σας. Καμιά δεκαπενταριά άτομα. Θα κάνεις γεμιστά, παστίτσιο, μια τυρόπιτα και κανένα γλυκάκι. Μην εκτεθούμε.»
Την κοίταξα. Είχα μόλις γυρίσει από τη δουλειά, τα παιδιά διάβαζαν για τα θερινά τους, ο λογαριασμός του ρεύματος ήταν απλήρωτος πάνω στο ψυγείο και εγώ ένιωθα ότι θα σωριαστώ.
Και για πρώτη φορά, δεν κατάπια τα λόγια μου.
«Όχι, κυρία Μαρία. Φέτος δεν θα το κάνω.»
Πάγωσαν όλοι.
«Τι εννοείς δεν θα το κάνεις;»
«Εννοώ πως δεν μπορώ. Και δεν θέλω να αναλάβω άλλο μόνη μου τα πάντα.»
Γύρισε στον Στέλιο σαν να μην υπήρχα.
«Την ακούς; Την ακούς πώς μου μιλάει;»
Ο Στέλιος με τράβηξε μετά στο μπαλκόνι.
«Τι ήταν αυτό τώρα;»
«Αυτό ήταν η αλήθεια.»
«Μπορούσες να το πεις πιο ήρεμα.»
«Πιο ήρεμα; Στέλιο, το λέω ήρεμα δέκα χρόνια.»
Δεν απάντησε. Μόνο έσφιξε τα χείλη και άναψε τσιγάρο.
Από εκείνη τη μέρα άρχισε το πραγματικό πανηγύρι. Τηλέφωνα από θείες, από κουνιάδες, από ξαδέρφια που είχαν μήνες να μας πάρουν.
«Τι έπαθες, Ελένη;»
«Η πεθερά σου σε είχε σαν παιδί της.»
«Δεν είναι ωραίο να χαλάς την οικογένεια για τον εγωισμό σου.»
Σαν παιδί της. Ναι. Μόνο που τα παιδιά δεν τα βάζεις να μαγειρεύουν για δεκαπέντε άτομα και μετά να τα ξεφτιλίζεις για το αλάτι.
Η κυρία Μαρία είχε φτιάξει την ιστορία όπως τη βόλευε. Ότι εγώ έγινα ξαφνικά αχάριστη. Ότι δεν σέβομαι τους μεγάλους. Ότι παρασύρθηκα επειδή «τώρα που δουλεύω, πήραν αέρα τα μυαλά μου».
Το βράδυ που ο Στέλιος μού ζήτησε να ζητήσω συγγνώμη, του είπα ήσυχα:
«Θέλω μια φορά, μία, να σταθείς δίπλα μου.»
Κάθισε στην καρέκλα, έτριψε το μέτωπό του και είπε:
«Δεν μπορώ να τα βάλω με τη μάνα μου. Ξέρεις πώς είναι. Κάν’ το να τελειώνουμε.»
Να τελειώνουμε. Εκεί ήταν όλο το πρόβλημα. Εγώ τελείωνα κάθε φορά. Εγώ κατάπινα, εγώ μάζευα, εγώ απολογούμουν για να είναι όλοι οι άλλοι άνετοι.
«Και με μένα;» τον ρώτησα. «Δεν φοβάσαι να τα βάλεις με μένα γιατί ξέρεις ότι εγώ θα κάνω πίσω;»
Δεν είπε τίποτα. Η σιωπή του ήταν η απάντηση.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με τα παιδιά αγκαλιά. Ο μικρός, ο Γιάννης, γύρισε στον ύπνο του και μου είπε: «Μαμά, μη στεναχωριέσαι». Δεν ξέρω αν είχε ακούσει φωνές ή αν απλώς το ένιωσε. Τα παιδιά τα νιώθουν όλα.
Μέσα σε δύο μήνες, μίλησα με δικηγόρο. Έψαξα σπίτι. Φοβήθηκα. Πάρα πολύ. Τα λεφτά λίγα, η ντροπή μεγάλη, οι κουβέντες του κόσμου γνωστές. «Θα χωρίσει για την πεθερά;» έλεγαν. Όχι. Δεν χώρισα για την πεθερά. Χώρισα γιατί ο άντρας μου με έβλεπε να πνίγομαι και μου έλεγε να κάνω ησυχία για να μην ταράζεται το νερό.
Όταν έφυγα, πήρα δύο βαλίτσες, τα σχολικά των παιδιών και την καφετιέρα. Αστείο, ε; Μέσα στην τρέλα μου σκέφτηκα ότι τουλάχιστον το πρωί θα μπορώ να πίνω έναν καφέ χωρίς να ακούω οδηγίες.
Τώρα μένουμε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα. Δεν είναι μεγάλο. Αλλά είναι ήσυχο. Τα παιδιά γελάνε πιο εύκολα. Εγώ ακόμα μαθαίνω να μην πετάγομαι με κάθε ήχο ειδοποίησης στο κινητό. Ακόμα νιώθω ενοχές καμιά φορά. Μετά θυμάμαι το πρόσωπό μου στον καθρέφτη εκείνα τα χρόνια. Και δεν θέλω να ξαναγυρίσω εκεί.
Τελικά, πόσα πρέπει να αντέξει μια γυναίκα για να μη τη πουν «κακιά»; Και γιατί η ηρεμία της οικογένειας ζητιέται πάντα από εκείνη που πονάει πιο πολύ;