«Δεν μπορώ να ξεριζώσω το παιδί για να βρεις εσύ τον εαυτό σου», μου είπε ο άντρας μου όταν του ανακοίνωσα ότι θέλω να φύγω από τη Λάρισα
«Δηλαδή το είχες κανονίσει πίσω από την πλάτη μου;» μου είπε ο άντρας μου, κρατώντας το κινητό μου στο χέρι. Είχε δει το μήνυμα για τη συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη.
Δεν ήταν ακριβώς κανονισμένο. Είχα στείλει βιογραφικό για μια θέση σε εταιρεία λογισμικού, για γραμματειακή υποστήριξη αρχικά, με προοπτική να μπω στο τμήμα έργων. Η θέση ήταν καλύτερη από αυτή που έχω τώρα σε ένα λογιστικό γραφείο στη Λάρισα. Περισσότερα χρήματα, κανονικό ωράριο, εκπαίδευση. Και κυρίως ένιωσα, μετά από πολύ καιρό, ότι κάποιος με έβλεπε σαν άνθρωπο που μπορεί να εξελιχθεί.
Του είπα: «Δεν έχω δεχτεί τίποτα. Μια συνέντευξη είναι».
Και μου απάντησε: «Μια συνέντευξη για δουλειά σε άλλη πόλη δεν είναι απλώς μια συνέντευξη όταν έχουμε παιδί στο δημοτικό και στεγαστικό».
Είχε δίκιο να θυμώσει. Δεν του το είχα πει. Για δύο μήνες έστελνα αιτήσεις τα βράδια, αφού κοιμόταν ο μικρός. Έλεγα πως δεν είχε νόημα να ανοίξω κουβέντα αν δεν προέκυπτε κάτι. Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν πως θα μου το έκοβε από την αρχή και δεν θα άντεχα να το ακούσω.
Ζούμε σε ένα δυάρι που το αγοράσαμε με δάνειο πριν από οκτώ χρόνια. Εκείνος δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων του θείου του. Δεν βγάζει άσχημα λεφτά, αλλά δεν είναι και σίγουρα κάθε μήνα. Η μητέρα μου κρατάει τον μικρό όταν έχουμε απογευματινά, η πεθερά μου είναι δύο στενά πιο κάτω και εμφανίζεται συχνά με τάπερ ή με γνώμη για τα πάντα. Όλο αυτό, όσο κι αν με πνίγει μερικές φορές, μας έχει κρατήσει όρθιους.
«Και τι θες; Να τα παρατήσουμε όλα;» μου είπε. «Να αφήσω τη δουλειά μου; Να νοικιάζουμε στη Θεσσαλονίκη με 700 ευρώ; Και ο μικρός να αλλάξει σχολείο επειδή εσύ βαρέθηκες;»
Με πείραξε το “βαρέθηκες”. Δεν βαρέθηκα. Απλώς εδώ και χρόνια νιώθω ότι η μέρα μου είναι μια λίστα: παιδί, γραφείο, σούπερ μάρκετ, λογαριασμοί, γονείς, υποχρεώσεις. Στο γραφείο κάνω τα ίδια τιμολόγια και τις ίδιες δηλώσεις, ακούω κάθε χρόνο «του χρόνου θα δούμε για αύξηση» και γυρνάω σπίτι άδεια. Δεν του το είχα εξηγήσει σωστά ποτέ. Συνέχεια έλεγα «κουράστηκα», ενώ εννοούσα κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Η συνέντευξη πήγε καλύτερα απ’ όσο περίμενα. Μου πρότειναν να ξεκινήσω υβριδικά για τρεις μήνες, με δύο μέρες τη βδομάδα στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν ότι έπρεπε να μετακομίσουμε αύριο. Όταν του το είπα, νόμιζα ότι θα ηρεμήσει.
Αντί γι’ αυτό, μου είπε χαμηλόφωνα: «Ξέρεις γιατί με τρελαίνει τόσο; Γιατί πριν ένα μήνα μου πρότειναν να μπω συνέταιρος στο συνεργείο. Θέλει λεφτά και ώρες. Δεν σου το είπα γιατί ήξερα ότι θα πεις πως δεν γίνεται».
Εκεί κόλλησα. Τον κατηγόρησα ότι με θέλει στάσιμη, αλλά κι εκείνος είχε αφήσει κάτι δικό του στην άκρη, χωρίς καν να μου μιλήσει. Μόνο που η δική του ευκαιρία θα μας κρατούσε εδώ, κοντά στους δικούς μας. Η δική μου μας κουνάει όλη τη ζωή.
Οι γονείς μου είπαν ότι είμαι τυχερή που έχω “ένα ήσυχο σπίτι” και να μην ψάχνω περιπέτειες. Η πεθερά μου είπε ότι το παιδί χρειάζεται τη μάνα του κοντά, λες και αν πηγαίνω δύο μέρες Θεσσαλονίκη θα εξαφανίζομαι. Η αδερφή μου, αντίθετα, μου είπε: «Αν δεν το δοκιμάσεις τώρα, θα το χτυπάς μέσα σου μετά». Κανείς όμως δεν πληρώνει τη δόση μας, ούτε θα ακούσει τον μικρό αν στεναχωρηθεί.
Τελικά δεν απάντησα αμέσως στην εταιρεία. Ζήτησα λίγες μέρες. Ο άντρας μου είπε να το συζητήσουμε πρακτικά, με χαρτί και μολύβι, χωρίς φωνές. Αλλά από τότε μιλάμε σαν να φοβόμαστε ότι κάθε πρόταση θα είναι η λάθος.
Δεν θέλω να διαλύσω τη σταθερότητα που χτίσαμε. Αλλά φοβάμαι πιο πολύ να μείνω έτσι και σε λίγα χρόνια να μην αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Μήπως το έκανα μεγαλύτερο απ’ όσο είναι; Ή μήπως είναι σωστό να ρισκάρεις τη σιγουριά μιας οικογένειας όταν νιώθεις ότι χάνεσαι; Εσείς τι θα κάνατε;