«Νόμιζα πως δεν ταίριαζε στον γιο μου — και παραλίγο να τον χάσω από το ίδιο μου το σπίτι»
Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς σταμάτησε ο γιος μου να περνάει από το σπίτι χωρίς να το κανονίσουμε από πριν.
Παλιά ο Αντρέας ερχόταν σχεδόν κάθε Κυριακή. Άνοιγε το ψυγείο λες και ήταν ακόμη δεκαεπτά, έπαιρνε ό,τι έβρισκε και μου έλεγε να μην κάνω πολλά φαγητά γιατί «θα πεταχτούν πάλι». Και φυσικά εγώ έκανα πολλά. Ταψί παστίτσιο, σαλάτα, πατάτες, καμιά φορά και γλυκό.
Μετά γνώρισε τη Νεφέλη.
Την πρώτη φορά που την έφερε, ήταν ευγενική. Πολύ ήσυχη, ίσως υπερβολικά ήσυχη για τα δικά μου γούστα. Είχε τελειώσει ΙΕΚ αισθητικής και δούλευε σε ένα κέντρο ομορφιάς στο Περιστέρι. Ο πατέρας της οδηγός ταξί, η μητέρα της καθάριζε σε γραφεία. Δεν λέω ότι είναι κακό αυτό. Ποτέ δεν είπα ότι είναι κακό.
Αλλά εγώ είχα σπουδάσει, είχα δουλέψει χρόνια σε λογιστικό γραφείο, ο άντρας μου ο Στέλιος ήταν υπάλληλος στην τράπεζα πριν βγει στη σύνταξη. Ο Αντρέας είχε τελειώσει ηλεκτρολόγος μηχανικός και δούλευε σε εταιρεία ενέργειας. Μέσα μου είχα φανταστεί αλλιώς τη ζωή του. Δεν είχα αποφασίσει κάποια συγκεκριμένη κοπέλα, δεν είμαι τέτοια, αλλά περίμενα έναν άνθρωπο με πιο… κοινές αναφορές μαζί μας.
Η Νεφέλη δεν έλεγε πολλά για να γεμίσει τη σιωπή. Κι εγώ, αντί να καταλάβω ότι μπορεί να ντρεπόταν, το έπαιρνα σαν έλλειψη τρόπων ή σαν αδιαφορία.
«Δεν πίνεις καθόλου κρασί;» τη ρώτησα ένα μεσημέρι.
«Όχι, κυρία Μαρίνα, δεν μου αρέσει ιδιαίτερα.»
«Α, εντάξει. Εσύ θα είσαι πιο πολύ των κοκτέιλ, φαντάζομαι.»
Το είπα γελώντας. Εκείνη χαμογέλασε κάπως σφιγμένα. Ο Αντρέας ούτε που γέλασε.
Άλλη φορά της είπα ότι το φόρεμά της ήταν πολύ όμορφο, «αν και λίγο καλοκαιρινό για Νοέμβρη». Μια άλλη, όταν είπε ότι σκεφτόταν να κάνει σεμινάρια για νύχια και μακιγιάζ, της απάντησα πως καλό είναι να έχει πάντα κανείς «κάτι πιο σταθερό» στα χέρια του.
Δεν την έβρισα ποτέ. Αυτό έλεγα και στη φίλη μου τη Λένα όταν μου έλεγε να προσέχω.
«Δεν την έχω προσβάλει, Λένα. Απλώς δεν γίνεται να μη λέμε και την αλήθεια.»
Η Λένα με κοίταξε πάνω από τον καφέ της και είπε:
«Μαρίνα, εσύ την αλήθεια τη λες σαν να βάζεις αλάτι. Λίγο λίγο, αλλά στο τέλος δεν τρώγεται τίποτα.»
Θύμωσα μαζί της. Της είπα πως δεν ξέρει, πως αν είχε παιδί θα καταλάβαινε. Μετά το μετάνιωσα, γιατί η Λένα δεν απέκτησε ποτέ παιδιά και το ήξερα καλά. Της τηλεφώνησα το ίδιο βράδυ και ζήτησα συγγνώμη. Για τη Νεφέλη όμως δεν άλλαξα αμέσως.
Το θέμα ξέσπασε ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, όταν είχαν έρθει για φαγητό. Η Νεφέλη είχε φέρει ένα γλυκό από ένα ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς της. Είχε πάρει και για τον Στέλιο κουραμπιέδες χωρίς ζάχαρη, επειδή ο Αντρέας της είχε πει ότι προσέχει το σάκχαρό του.
Εγώ, αντί να πω ευχαριστώ, είπα:
«Α, έτοιμα πήρες; Εγώ νόμιζα πως θα έφτιαχνες κάτι, αφού είσαι τόσο καλή με τα χέρια.»
Δεν ξέρω γιατί το είπα. Ίσως επειδή ήθελα πάλι να δείξω ότι εγώ στο σπίτι μου κάνω τα πράγματα αλλιώς. Ίσως γιατί με ενοχλούσε που ο Αντρέας την κοιτούσε με εκείνο το ήρεμο βλέμμα που κάποτε είχε μόνο για μένα όταν ήταν μικρός.
Η Νεφέλη δεν απάντησε. Άφησε το πιρούνι της κάτω και πήγε στην κουζίνα δήθεν να βοηθήσει.
Ο Αντρέας έμεινε απέναντί μου.
«Μαμά, γιατί το κάνεις αυτό;» είπε χαμηλόφωνα.
«Τι έκανα; Μια κουβέντα είπα.»
«Κάθε φορά μια κουβέντα λες. Και μετά λες ότι οι άλλοι είναι υπερβολικοί.»
Ο Στέλιος προσπάθησε να αλλάξει θέμα, όπως κάνει πάντα όταν υπάρχει ένταση. Μίλησε για τον αγώνα της ΑΕΚ. Ο Αντρέας όμως σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και έφυγαν λίγο μετά.
Για σχεδόν δύο μήνες δεν ήρθαν ξανά. Μιλούσα με τον γιο μου στο τηλέφωνο, αλλά ήταν αλλιώς. Τυπικά. «Καλά είμαστε, εσύ;» και «θα δούμε για το Σαββατοκύριακο». Δεν μου έλεγε πια μικροπράγματα από τη δουλειά του. Δεν μου έστελνε φωτογραφίες από εκδρομές. Ένιωθα ότι είχε τραβήξει μια κουρτίνα ανάμεσά μας.
Κι εγώ πείσμωνα. Έλεγα στον εαυτό μου πως εκείνη τον είχε στρέψει εναντίον μου.
Ώσπου ο Στέλιος έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό. Ευτυχώς το προλάβαμε, μας είπαν στο Αττικόν, αλλά έμεινε τέσσερις μέρες μέσα και μετά χρειαζόταν παρακολούθηση, φάρμακα, εξετάσεις, προσοχή.
Ο Αντρέας ήρθε αμέσως. Μαζί του ήρθε και η Νεφέλη.
Δεν ήρθε για να μου αποδείξει κάτι. Αυτό το κατάλαβα αργότερα. Απλώς έπιασε δουλειά όπως θα έκανε ο καθένας που νοιάζεται. Μου κατέβασε μια εφαρμογή στο κινητό για να έχω σημειωμένα τα φάρμακα του Στέλιου, πήγε στο φαρμακείο όταν εγώ δεν ήθελα να αφήσω το σπίτι, κάθισε μαζί του ένα απόγευμα για να μπορέσω να κάνω μπάνιο και να κοιμηθώ λίγο.
Τη βρήκα μια μέρα στην κουζίνα να πλένει τα πιάτα. Δεν της το είχα ζητήσει. Φορούσε μια παλιά ζακέτα του Αντρέα γιατί είχε κρυώσει.
«Άστα αυτά, Νεφέλη», της είπα.
«Σε λίγο τελειώνω», μου απάντησε. «Κάτσε εσύ λίγο με τον κύριο Στέλιο.»
Ήταν τόσο απλό. Και εγώ ένιωσα ντροπή που δεν ήξερα πώς να σταθώ μπροστά της.
Εκείνο το βράδυ θυμήθηκα τη δική μου πεθερά. Τη μητέρα του Στέλιου. Όταν πρωτοπήγα στο σπίτι τους, κοίταξε τα χέρια μου και είπε πως μια κοπέλα που δουλεύει όλη μέρα σε γραφείο δεν ξέρει να κρατήσει σπίτι. Με πείραζε για το φαγητό, για το ότι δεν ήμουν από την ίδια περιοχή με αυτούς, για το ότι μιλούσα «πολύ αθηναϊκά». Πόσες φορές είχα κλάψει στο μπάνιο για να μη με δει ο Στέλιος.
Και όμως, χωρίς να το καταλάβω, είχα αρχίσει να μοιάζω της.
Το Πάσχα, ο Στέλιος ήταν καλύτερα και αποφασίσαμε να κάνουμε τραπέζι πιο μικρό. Ο Αντρέας και η Νεφέλη ήρθαν από νωρίς. Εκείνη έφερε τσουρέκι, αυτή τη φορά σπιτικό. Δεν το ανέφερε καν. Το έβαλε απλώς στον πάγκο και με ρώτησε αν ήθελα βοήθεια με τη σαλάτα.
Την ώρα που στρώναμε, της είπα ότι θέλω να μιλήσουμε.
Πάγωσε λίγο. Το είδα.
Της είπα πως δεν έχω δικαιολογία. Ότι έκανα πως απλώς είμαι ειλικρινής, αλλά στην πραγματικότητα την έκρινα πριν τη γνωρίσω. Ότι φοβήθηκα πως θα μου πάρει τον γιο, ενώ τελικά εγώ ήμουν αυτή που τον έσπρωχνα μακριά.
Δεν μου είπε αμέσως «δεν πειράζει». Και καλά έκανε.
Μου είπε μόνο: «Θέλω να μπορούμε να ερχόμαστε χωρίς να αισθάνομαι ότι περνάω εξέταση.»
Της είπα πως το θέλω κι εγώ. Δεν ξέρω αν αρκεί να το θέλω. Μερικές συνήθειες βγαίνουν από μέσα σου πριν προλάβεις να τις σταματήσεις.
Αλλά εκείνη την Κυριακή, όταν ο Αντρέας άνοιξε το ψυγείο και πήρε μόνος του ένα κομμάτι τσουρέκι, γέλασα. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωσα ότι το σπίτι μου είχε γίνει ξένο.