«Γιατί η καλύτερή μου φίλη με εγκατέλειψε όταν σταμάτησα να της είμαι χρήσιμη»
«Δεν μπορώ να έρθω σήμερα, Άννα. Έχω δουλειές.»
Η φωνή της Μαρίας στο τηλέφωνο ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. Κάποτε, ένα τέτοιο τηλεφώνημα θα είχε γεμίσει το σπίτι μου με γέλια και αστεία. Τώρα, κάθε της λέξη έμοιαζε με μαχαίρι. Κάθισα στην άκρη του καναπέ, κρατώντας το ακουστικό σφιχτά, σαν να μπορούσα να κρατήσω και τη φιλία μας με τον ίδιο τρόπο.
«Μαρία, δεν σου ζήτησα τίποτα δύσκολο. Μόνο να περάσεις για λίγο. Ξέρεις πως δεν μπορώ να βγω έξω μετά το χειρουργείο…»
Ακούστηκε μια βαριά ανάσα στην άλλη άκρη της γραμμής. «Άννα, δεν γίνεται να είμαι συνέχεια εκεί. Έχω κι εγώ τη ζωή μου.»
Έκλεισε το τηλέφωνο πριν προλάβω να απαντήσω. Έμεινα να κοιτάζω το κενό, τα δάκρυα να τρέχουν αθόρυβα στα μάγουλά μου. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πού πήγε η Μαρία που ήξερα;
Γνωριστήκαμε το 1984, στο λογιστικό γραφείο του κυρίου Παπαδόπουλου, στην Καλλιθέα. Δύο κορίτσια με όνειρα και άγχος για το μέλλον. Εκείνη πιο δυναμική, εγώ πιο ήσυχη. Γρήγορα γίναμε αχώριστες. Τα απογεύματα πίναμε καφέδες στα στενά της Αθήνας, μιλούσαμε για τα πάντα: αγόρια, οικογένεια, φόβους.
Όταν παντρεύτηκα τον Στέλιο, ήταν η κουμπάρα μου. Όταν γεννήθηκε ο γιος μου ο Νίκος, έγινε νονά του. Ήταν πάντα εκεί: στις χαρές, στις λύπες, στα δύσκολα χρόνια της κρίσης που μοιραζόμασταν τα ψώνια για να βγάλουμε τον μήνα.
Όμως πάντα υπήρχε κάτι που δεν ήθελα να δω: η Μαρία είχε μάθει να παίρνει. Όταν χώρισε με τον Γιώργο και έμεινε μόνη με τα δύο παιδιά, ήμουν εκεί κάθε μέρα. Της κρατούσα τα παιδιά για να δουλεύει, της έδινα δανεικά όταν δεν έβγαινε οικονομικά, της μαγείρευα όταν δεν προλάβαινε.
«Άννα, τι θα έκανα χωρίς εσένα;» μου έλεγε συχνά και με αγκάλιαζε σφιχτά. Πίστευα πως η φιλία μας ήταν αμοιβαία. Μέχρι που αρρώστησα.
Ήταν πριν δύο χρόνια όταν διαγνώστηκα με καρκίνο στο στήθος. Η ζωή μου ανατράπηκε μέσα σε μια στιγμή. Ο Στέλιος είχε ήδη φύγει από τη ζωή – ένα τροχαίο στην Εθνική – κι ο Νίκος ζούσε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Η Μαρία ήταν η μόνη οικογένεια που είχα στην Αθήνα.
Στην αρχή ερχόταν συχνά. Έφερνε φαγητό, καθάριζε το σπίτι, μου έκανε παρέα στα νοσοκομεία. Όμως όσο περνούσαν οι μήνες κι εγώ δεν βελτιωνόμουν, άρχισε να απομακρύνεται.
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την ατμόσφαιρα», μου είπε μια μέρα. «Όλο αρρώστιες και μιζέρια.»
Την κοίταξα αποσβολωμένη. «Δηλαδή; Επειδή δεν μπορώ πια να σε βοηθάω εγώ;»
Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Δεν είναι έτσι… Απλώς έχω κι εγώ προβλήματα.»
Από τότε, οι επισκέψεις της έγιναν σπάνιες. Όταν τη χρειαζόμουν περισσότερο από ποτέ, ήταν άφαντη.
Η μοναξιά έγινε η νέα μου συντροφιά. Οι μέρες περνούσαν αργά, μετρώντας τα χάπια και τις ώρες μέχρι το επόμενο ραντεβού στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Οι γείτονες με ρωτούσαν πού είναι η Μαρία – «πάντα μαζί σας βλέπαμε» – κι εγώ χαμογελούσα αμήχανα.
Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η κόρη της Μαρίας, η Ελένη.
«Θεία Άννα; Η μαμά είπε να σου φέρω αυτά τα φάρμακα.»
Την κοίταξα στα μάτια – ίδια μάτια με της μητέρας της – και ένιωσα ένα κύμα πίκρας.
«Ευχαριστώ, Ελένη μου. Η μαμά σου είναι καλά;»
Έσκυψε το κεφάλι. «Είναι πολύ κουρασμένη τελευταία…»
Ήθελα να φωνάξω: «Κουρασμένη από τι; Από το να μην είναι εδώ;» Αλλά συγκρατήθηκα.
Τις νύχτες ξαγρυπνούσα σκεπτόμενη όλα όσα είχαμε περάσει μαζί. Θυμήθηκα τα καλοκαίρια στη Νάξο, που γελούσαμε μέχρι δακρύων κάτω από τα αστέρια. Θυμήθηκα τη μέρα που πέθανε ο Στέλιος και η Μαρία κοιμόταν δίπλα μου στο πάτωμα για να μη με αφήσει μόνη.
Πότε άλλαξε; Ή μήπως ποτέ δεν ήταν όπως πίστευα;
Ένα βράδυ αποφάσισα να της τηλεφωνήσω ξανά.
«Μαρία;»
«Ναι;» Η φωνή της ήταν κουρασμένη.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι… Αν ήμουν ακόμα αυτή που σου κρατούσε τα παιδιά και σου έδινε δανεικά, θα ήσουν εδώ τώρα;»
Σιωπή.
«Άννα… Δεν είναι δίκαιο αυτό που λες.»
«Δίκαιο; Ξέρεις τι δεν είναι δίκαιο; Να νιώθω ότι ήμουν χρήσιμη μόνο όσο μπορούσα να σου προσφέρω κάτι.»
Άκουσα ένα λυγμό στην άλλη άκρη.
«Δεν ξέρω τι να πω…»
«Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα.» Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενο χέρι.
Την επόμενη μέρα ήρθε ο Νίκος από τη Θεσσαλονίκη. Κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι και μου χάιδεψε τα μαλλιά – όσα είχαν απομείνει μετά τις χημειοθεραπείες.
«Μαμά… Μην στενοχωριέσαι για τη θεία Μαρία. Κάποιοι άνθρωποι είναι μαζί μας μόνο όσο τους εξυπηρετεί.»
Τον κοίταξα και χαμογέλασα πικρά.
«Ίσως έχεις δίκιο… Αλλά πονάει.»
Τους επόμενους μήνες προσπάθησα να σταθώ στα πόδια μου χωρίς εκείνη. Βρήκα δύναμη σε μικρές χαρές: ένα τηλεφώνημα από μια παλιά συνάδελφο, ένα μήνυμα από τον Νίκο, μια βόλτα στη γειτονιά όταν ένιωθα καλύτερα.
Η Μαρία δεν ξαναφάνηκε ποτέ όπως παλιά. Μερικές φορές στέλνει μηνύματα – τυπικά, ψυχρά: «Χρόνια πολλά», «Περαστικά». Δεν απαντώ πάντα.
Σκέφτομαι συχνά: Άξιζε αυτή η φιλία τόσα χρόνια; Ή μήπως απλώς ήμουν το στήριγμά της μέχρι να μην της χρειάζομαι πια;
Και τελικά… Πόσες φιλίες γύρω μας είναι πραγματικές και πόσες απλώς συναλλαγές;
Εσείς τι πιστεύετε; Έχετε νιώσει ποτέ ότι μια σχέση σας ήταν μονόπλευρη;