Τους είπα «δεν θα κρατήσω το παιδί» και ξαφνικά έγινα η κακιά μάνα της οικογένειας

«Δηλαδή τι μας λες τώρα, μάνα; Ότι τα κεριά σου είναι πιο σημαντικά από το παιδί μου;»

Ο Στέλιος ήταν όρθιος στην κουζίνα μου, κόκκινος από τα νεύρα. Η Λένα δίπλα του κρατούσε αγκαλιά τη μικρή, αλλά δεν με κοιτούσε καν. Κοιτούσε το ψυγείο, το πάτωμα, οπουδήποτε αλλού εκτός από μένα. Στο μάτι της έβλεπες θυμό. Και κάτι σαν περιφρόνηση.

Έμεινα με το κουταλάκι του καφέ στο χέρι. Έτρεμα. Όχι από φόβο μόνο. Από εκείνο το παλιό, γνώριμο πράγμα. Την ενοχή που μου φόρτωναν πάντα τόσο εύκολα.

«Δεν είπα αυτό, Στέλιο», του απάντησα. «Είπα ότι δεν μπορώ κάθε μέρα, από το πρωί ως το βράδυ. Έχω δουλειά.»

Γέλασε ειρωνικά.

«Δουλειά; Αυτό το χόμπι το λες δουλειά;»

Εκεί με χτύπησε.

Είμαι πενήντα οκτώ χρονών. Δούλεψα είκοσι εννιά χρόνια σε καθαριστήριο στο Περιστέρι. Ξυπνούσα από τις πέντε, έπλενα, σιδέρωνα, έτρεχα σπίτι, μαγείρευα, μεγάλωνα δυο παιδιά, πρόσεχα την πεθερά μου όταν έπεσε κατάκοιτη. Ο άντρας μου, ο Μιχάλης, πέθανε πριν οκτώ χρόνια από ανακοπή, μέσα σε μια εβδομάδα χάθηκαν όλα. Και μαζί με εκείνον χάθηκε κι αυτό το ψέμα ότι «κάποτε θα ζήσω κι εγώ λίγο για μένα».

Τα τελευταία χρόνια, όταν έμενα μόνη τα βράδια, άναβα ένα κερί και δοκίμαζα να φτιάξω δικά μου. Λεβάντα, κανέλα, γιασεμί. Στην αρχή για να ηρεμώ. Μετά για να μη νιώθω άχρηστη. Ύστερα άρχισα να τα πουλάω σε ένα μικρό μαγαζάκι φίλης μου στο Αιγάλεω και σε δύο χριστουγεννιάτικα μπαζάρ. Δεν έγινα πλούσια, προς Θεού. Αλλά πρώτη φορά έβγαλα λίγα λεφτά από κάτι που δεν με τσάκιζε. Και πρώτη φορά ένιωσα περήφανη.

Το εργαστήρι μου ήταν το παλιό δωμάτιο του Στέλιου. Ένα τραπέζι, καλούπια, βαζάκια, αρώματα, σημειώσεις παντού. Μικρό πράγμα. Αλλά δικό μου.

Όταν η Λένα γέννησε, ήμουν εκεί σε όλα. Σούπες, πάνες, ξενύχτια, ψώνια από το φαρμακείο. Δεν το μέτρησα ποτέ. Για το παιδί τους, για το εγγόνι μου. Με χαρά. Μόνο που μετά τον τρίτο μήνα, η βοήθεια έγινε απαίτηση.

«Μαμά, από Δευτέρα που γυρίζει η Λένα στη δουλειά, θα κρατάς τη μικρή 8 με 5.»

Όχι ερώτηση. Ανακοίνωση.

«Κάθε μέρα;» είπα.

«Ε, ναι. Τι θα κάνουμε; Ξέρεις πόσο έχουν πάει οι παιδικοί;»

Το ήξερα. Όλα ακριβά. Μισθοί κομμένοι. Άγχος παντού. Δεν είμαι άκαρδη. Αλλά κι εγώ με τι λεφτά ζούσα; Με μια σύνταξη χήρας και ό,τι έβγαζα από τα κεριά. Και κυρίως, με ποιο δικαίωμα αποφάσισαν για μένα χωρίς εμένα;

Τους είπα ότι μπορώ δύο μέρες τη βδομάδα. Και κάποιες ώρες τα Σάββατα. Πιο πολύ δεν άντεχα. Η μικρή είναι ζωηρή, εγώ έχω και τη μέση μου. Και ναι, ήθελα να συνεχίσω τη δουλειά μου.

Η Λένα τότε γύρισε και μου είπε ψυχρά:

«Εγώ νόμιζα πως τουλάχιστον εσύ θα ήσουν δίπλα μας. Η μάνα μου κρατάει ήδη το παιδί της αδερφής μου.»

Αυτό το «τουλάχιστον εσύ» με έσκισε. Σαν να μου έλεγε ότι απέτυχα σε έναν ρόλο που δεν διάλεξα αλλά μου φόρεσαν.

Μετά άρχισαν τα τηλέφωνα.

Η αδερφή μου η Κατερίνα: «Μωρέ Άννα, ένα μωρό είναι, όχι ξένοι άνθρωποι.»

Η θεία Ευγενία: «Στην εποχή μας οι γιαγιάδες δεν το συζητούσαν καν.»

Ακόμα και η κόρη μου, η Βάσω, που μένει Πάτρα, μου είπε: «Μαμά, ίσως το πήγες λίγο εγωιστικά.»

Εγωιστικά.

Αυτή η λέξη με στοίχειωσε. Την άκουγα και ένιωθα να μικραίνω. Να γίνομαι πάλι η γυναίκα που τρέχει να προλάβει τους πάντες, που λέει συνέχεια «ναι» και μετά κλαίει σιωπηλά στο μπάνιο για να μην την ακούσουν.

Μια Κυριακή ήρθαν όλοι για τραπέζι. Κακώς τους κάλεσα, το ξέρω. Ίσως ήλπιζα ότι από κοντά θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι. Έκανα παστίτσιο, σαλάτα, μέχρι και γαλακτομπούρεκο. Κλασικά εγώ.

Κάποια στιγμή ο Στέλιος άφησε κάτω το πιρούνι.

«Να το ξεκαθαρίσουμε. Αν δεν μας βοηθήσεις, θα αναγκαστεί η Λένα να αφήσει τη δουλειά της. Αυτό θες;»

«Μη μου το γυρνάς έτσι», είπα. «Δεν σας είπα να μη βοηθήσω. Σας είπα όσο μπορώ.»

«Όσο σε βολεύει», πέταξε η Λένα.

Σηκώθηκα όρθια. Δεν το είχα σχεδιάσει. Απλώς σηκώθηκα.

«Ναι. Όσο με βολεύει. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, ναι. Γιατί μια ζωή όλους σας βόλευα. Τον πατέρα σου, την αρρώστια της γιαγιάς σου, τα παιδιά, τα σπίτια, τα τραπεζώματα, τις ανάγκες όλων. Και όταν είπα να κρατήσω δυο ώρες για μένα, έγινα τέρας;»

Σιωπή.

Ακόμα και η μικρή σταμάτησε να μασουλάει το κουλούρι της.

Ο Στέλιος με κοίταζε σαν να μην με ήξερε.

«Εμείς οικογένεια είμαστε», είπε τελικά.

«Ακριβώς», του απάντησα. «Οικογένεια. Όχι υπηρεσία.»

Έφυγαν άρον άρον. Η πόρτα έκλεισε δυνατά. Μετά από δέκα λεπτά είδα ότι με είχαν βγάλει από την ομαδική συνομιλία στο Viber. Ναι, τόσο μικρό και τόσο παιδικό. Κι όμως πονάει.

Για εβδομάδες δεν με πήραν τηλέφωνο. Εγώ έμπαινα στο δωμάτιο με τα κεριά και δούλευα με κόμπο στο λαιμό. Έλιωνα το κερί και μύριζε βανίλια όλο το σπίτι, αλλά εγώ έκλαιγα. Όχι συνέχεια. Εκείνα τα κλάματα τα σπαστά, που έρχονται ενώ σκουπίζεις βάζα ή ενώ περιμένεις να δέσει το φυτίλι.

Μετά, κάτι άλλαξε. Μια κοπέλα από τη γειτονιά ανέβασε τα κεριά μου στο Instagram. Ήρθαν παραγγελίες για μπομπονιέρες, για δώρα, για ένα μικρό καφέ στο Χαϊδάρι. Άρχισα να τρέχω. Να κουράζομαι γλυκά. Να νιώθω πάλι άνθρωπος.

Πριν έναν μήνα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Στέλιος μόνος.

Καθίσαμε στο μπαλκόνι. Δεν μιλούσε. Έπαιζε με το πακέτο τσιγάρα του, αν και το έχει κόψει χρόνια.

«Μαμά…» είπε τελικά. «Ίσως σε αδίκησα.»

Δεν έπεσα στην αγκαλιά του. Δεν έγιναν θαύματα. Του είπα μόνο:

«Κι εγώ ξέρω ότι ζορίζεστε. Αλλά άλλο βοήθεια κι άλλο να θεωρείς δεδομένο έναν άνθρωπο.»

Έγνεψε. Σαν να το καταλάβαινε για πρώτη φορά. Η Λένα ακόμα κρατάει απόσταση. Εγώ προσέχω τη μικρή κάποιες φορές. Όπως συμφωνήσαμε. Όχι επειδή λύγισα. Επειδή το διάλεξα.

Αυτό κάνει όλη τη διαφορά.

Τελικά, πότε μια μάνα επιτρέπεται να έχει δική της ζωή χωρίς να τη πουν εγωίστρια;

Και εσείς πείτε μου, έκανα λάθος που μια φορά έβαλα κι εμένα μέσα στη ζωή μου;