Η πεθερά της το είπε τυχαία: ο άντρας της είχε μια κόρη που γεννήθηκε όταν εκείνη πάλευε να γίνει μητέρα
Είμαι 39 χρονών και μέχρι πριν από τρεις εβδομάδες έλεγα ότι ο γάμος μου με τον Αντώνη είχε περάσει δύσκολα, αλλά ήταν γερός. Όχι τέλειος. Δεν είχαμε αυτή τη γλυκανάλατη σχέση που ανεβάζουν κάποιοι φωτογραφίες κάθε Κυριακή. Είχαμε όμως μια κοινή ζωή. Δάνειο για το δυάρι στην Καλλιθέα, δουλειές, λογαριασμούς, καλοκαίρια στο χωριό του στην Αρκαδία, τον σκύλο μας τον Μάρκο που γερνάει και δεν ανεβαίνει πια εύκολα τις σκάλες.
Και είχαμε περάσει μαζί το θέμα με το παιδί.
Παντρευτήκαμε στα 29 μου. Στην αρχή δεν το κυνηγούσαμε πολύ. Μετά πέρασαν δύο χρόνια, μετά τρία, και άρχισαν οι εξετάσεις. Ορμόνες, υπέρηχοι, σπερμοδιαγράμματα, αναμονές σε ιατρεία με ζευγάρια που απέφευγαν να κοιταχτούν μεταξύ τους. Έκανα μία εξωσωματική που δεν πέτυχε. Μετά άλλη μία, η οποία σταμάτησε πριν καν φτάσουμε στην εμβρυομεταφορά.
Ο Αντώνης ήταν εκεί. Αυτό πίστευα τουλάχιστον. Ερχόταν μαζί μου όπου μπορούσε, μου έφερνε καφέ στο κέντρο υποβοηθούμενης, μου έλεγε να μην ακούω τις θείες και τις γνωστές που πετούσαν το «χαλάρωσε και θα γίνει». Κάποιες νύχτες τον έβλεπα στο μπαλκόνι να καπνίζει, ενώ είχε κόψει το τσιγάρο. Μου φαινόταν στενοχωρημένος, μαζεμένος. Νόμιζα ότι πενθούσε μαζί μου κάτι που δεν είχαμε αποκτήσει.
Η πεθερά μου, η κυρία Ευγενία, δεν ήταν ποτέ εύκολος άνθρωπος, αλλά δεν είχαμε ανοιχτό πόλεμο. Της άρεσε να ανακατεύεται, να έχει γνώμη για το φαγητό, για τα λεφτά, για το αν βγαίνουμε πολύ. Με το παιδί, όμως, έκανε κάτι χειρότερο: δεν έλεγε τίποτα. Μόνο εκείνο το βλέμμα, λες και με λυπόταν αλλά και λες και με κατηγορούσε για κάτι.
Τη Δευτέρα πριν από τρεις εβδομάδες πήγα να τη δω στο σπίτι της, γιατί είχε κάνει μια μικρή επέμβαση στο γόνατο. Ο Αντώνης ήταν στη δουλειά. Της είχα πάρει σούπα από έξω και κάτι φάρμακα από το φαρμακείο. Καθόμασταν στην κουζίνα. Εκείνη καθάριζε φασολάκια, παρότι της έλεγα να μην κουράζεται.
Μιλούσαμε για κάτι εντελώς άσχετο, για τον γιο της γειτόνισσας που έδωσε Πανελλήνιες. Και ξαφνικά είπε:
«Τουλάχιστον εκείνο το κοριτσάκι δεν φταίει σε τίποτα.»
Δεν κατάλαβα αμέσως. Τη ρώτησα ποιο κοριτσάκι.
Πάγωσε. Πραγματικά πάγωσε, με το μαχαίρι στον αέρα. Μετά μου είπε ότι δεν εννοούσε τίποτα, ότι μπερδεύτηκε. Εγώ επέμενα. Δεν θυμάμαι καν πώς άλλαξε η φωνή μου. Θυμάμαι μόνο ότι σηκώθηκα όρθια και της είπα πως αν δεν μου εξηγήσει, θα πάρω τον Αντώνη εκείνη τη στιγμή.
Και τότε άρχισε να κλαίει.
Μου είπε ότι ο Αντώνης έχει μια κόρη, οκτώ χρονών. Τη λένε Δανάη. Η μητέρα της λέγεται Ιωάννα και, όπως μου είπε, είχαν μια σύντομη σχέση την περίοδο που εμείς κάναμε τις θεραπείες. Δεν ήξερε αν ήταν «σχέση» ή κάτι περιστασιακό. Η Ιωάννα του το ανακοίνωσε όταν ήταν ήδη έγκυος. Ο Αντώνης έκανε τεστ πατρότητας μετά τη γέννα. Το παιδί είναι δικό του.
Το ήξερε η μητέρα του από την αρχή.
«Δεν ήθελα να διαλυθεί το σπίτι σας», μου έλεγε. «Εσύ περνούσες τόσα πολλά. Τι θα κέρδιζες αν το μάθαινες τότε;»
Της είπα ότι δεν ήταν δικό της σπίτι για να αποφασίσει τι θα αντέξω. Της είπα πολύ χειρότερα πράγματα, για να είμαι ειλικρινής. Της είπα ότι ενώ εγώ έκανα ενέσεις και μετρούσα μέρες, ο γιος της έκανε παιδί αλλού. Εκείνη μου απάντησε, μέσα στα κλάματα, ότι δεν το έκανε για να με πληγώσει και ότι ο Αντώνης φοβήθηκε.
Λες και ο φόβος είναι εξήγηση για οκτώ χρόνια.
Δεν πήρα τον Αντώνη αμέσως. Περπάτησα μέχρι τη στάση, μπήκα σε λάθος λεωφορείο και κατέβηκα μετά από κάμποση ώρα χωρίς να ξέρω πού είμαι. Κάθισα σε ένα παγκάκι και κοίταζα το κινητό μου. Είχα τρεις αναπάντητες από εκείνον. Μου έγραφε ότι θα αργήσει, αν θέλω να πάρει σουβλάκια.
Του απάντησα μόνο: «Ξέρω για τη Δανάη. Μη γυρίσεις αργά.»
Ήρθε σπίτι σε λιγότερο από μισή ώρα. Δεν μου είπε ότι λέω ψέματα, δεν προσπάθησε να το αρνηθεί. Κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι και έκλαιγε τόσο σιωπηλά που αυτό με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. Του είπα να μιλήσει.
Μου είπε πως στην αρχή έδινε χρήματα μέσω της μητέρας του, γιατί η Ιωάννα δεν ήθελε πολλές επαφές. Μετά έβλεπε τη Δανάη αραιά, σε γενέθλια, σε κάτι απογεύματα. Όχι σαν κανονικός πατέρας. Σαν κάποιος που περνούσε από τη ζωή της με ενοχές και φακέλους με χρήματα.
Τον τελευταίο χρόνο, είπε, το παιδί άρχισε να ρωτάει περισσότερα. Η Ιωάννα θέλει να αναλάβει κανονικά την ευθύνη του, να τη βλέπει σταθερά, να συμμετέχει στη ζωή της. Και εκείνος θέλει το ίδιο.
«Θέλω να είμαι πατέρας της», μου είπε.
Τον κοίταζα και σκεφτόμουν πόσο παράλογο είναι να θυμώνω με μια πρόταση που, μόνη της, είναι σωστή. Ένα παιδί δεν πρέπει να πληρώνει τα λάθη των μεγάλων. Η Δανάη δεν μου χρωστάει τίποτα, ούτε εγώ της έχω κάνει κάτι.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι ότι ο Αντώνης δεν μου είπε απλώς πως με απάτησε. Μου έκρυψε ότι έγινε πατέρας, ενώ εγώ έκανα όλες εκείνες τις προσπάθειες να γίνω μητέρα. Μου έκρυψε σχολικές γιορτές, ραντεβού, χρήματα που ίσως έλειπαν από πράγματα που αναβάλλαμε κι εμείς. Μου έκρυψε μια ολόκληρη ύπαρξη.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά και δεν μπορούσα να ανοίξω ούτε ένα Excel. Η προϊσταμένη μου με ρώτησε αν είμαι καλά και της είπα ότι έχω ημικρανία. Ήταν πιο εύκολο από το να πω την αλήθεια δυνατά.
Τώρα ο Αντώνης μένει για λίγο στον αδελφό του στο Περιστέρι. Δεν τον έδιωξα με φωνές. Του είπα απλώς ότι δεν αντέχω να τον βλέπω να βάζει πλυντήριο σαν να μην έγινε τίποτα. Έρχεται κάποιες φορές να δει τον Μάρκο ή να πάρει ρούχα. Μιλάμε κυρίως για πρακτικά πράγματα, λογαριασμούς, το στεγαστικό, το αυτοκίνητο που είναι και στα δύο ονόματα.
Μου ζήτησε να κάνουμε θεραπεία ζεύγους. Λέει ότι δεν περιμένει να το ξεχάσω, ούτε να δεχτώ αμέσως τη Δανάη στη ζωή μου. Λέει ότι με αγαπάει και ότι φοβήθηκε να με χάσει, γι’ αυτό συνέχισε να λέει ψέματα. Του είπα πως αυτό δεν βγάζει κανένα νόημα, αλλά κατά βάθος καταλαβαίνω ότι οι άνθρωποι κάνουν συχνά ακριβώς αυτό: καταστρέφουν κάτι επειδή φοβούνται μην το χάσουν.
Δεν έχω γνωρίσει τη Δανάη. Δεν ξέρω αν θέλω να τη γνωρίσω. Ντρέπομαι που το γράφω, αλλά όταν ακούω το όνομά της, νιώθω ένα σφίξιμο που δεν φταίει εκείνη. Φοβάμαι πως θα τη δω και θα ψάχνω πάνω της το πρόσωπο του Αντώνη, ή θα σκέφτομαι τις μέρες που εγώ περίμενα ένα τηλεφώνημα από τον γιατρό κι εκείνος ίσως είχε μόλις γυρίσει από εκείνη.
Η κυρία Ευγενία με πήρε δύο φορές. Δεν απάντησα. Μου έστειλε μήνυμα ότι προσεύχεται να μη χαθεί η οικογένεια. Το διάβασα και το άφησα έτσι.
Αύριο έχουμε το πρώτο ραντεβού με μια σύμβουλο γάμου, όχι επειδή αποφάσισα να μείνω, αλλά επειδή δεν μπορώ να πάρω απόφαση μέσα σε αυτό το χάος. Ο Αντώνης είπε ότι μετά θα πρέπει να πάει να πάρει τη Δανάη από το φροντιστήριο αγγλικών της. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η τόσο καθημερινή λεπτομέρεια ήταν που με λύγισε περισσότερο.
Ένα παιδί περιμένει τον πατέρα του έξω από ένα φροντιστήριο. Και εγώ κάθομαι στο σπίτι που νόμιζα ότι ήξερα, προσπαθώντας να καταλάβω αν μπορώ να ζήσω με μια αλήθεια που υπήρχε πάντα, απλώς δεν μου την είχαν πει.