Έφυγα νύχτα με το μωρό στην αγκαλιά, όταν ο άντρας μου άφησε τη μάνα του και τις δεισιδαιμονίες να αποφασίζουν αν θα ζήσουμε

«Μην ανοίξεις την πόρτα τώρα!» φώναξε η Ευγενία από την κουζίνα, με εκείνη τη φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση. «Το παιδί θα γεννηθεί σημαδεμένο αν βγεις με τέτοιο μάτι πάνω σου.»

Εγώ ήμουν διπλωμένη στον καναπέ, με τα νερά να έχουν σπάσει και τον πόνο να ανεβαίνει κύμα κύμα στη μέση μου. Κρατούσα την κοιλιά μου και κοίταζα τον Στέλιο. Περίμενα να με σηκώσει, να πάρει τα κλειδιά, να πει “ως εδώ”. Αντί γι’ αυτό, στεκόταν ακίνητος. Άσπρος. Χαμένος.

«Στέλιο… σε παρακαλώ», του είπα. «Πάμε στο μαιευτήριο. Τώρα.»

Κοίταξε πρώτα εμένα και μετά τη μάνα του.

«Περίμενε πέντε λεπτά», μου είπε σιγανά. «Να περάσει η κακή ώρα.»

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν ήμουν πια η γυναίκα του. Ήμουν απλώς το σώμα που κουβαλούσε το παιδί του, μέσα σε ένα σπίτι που κυβερνούσε ο φόβος.

Όταν γνώρισα τον Στέλιο, δεν ήταν έτσι. Δούλευε σε συνεργείο στον Πειραιά, γελούσε δυνατά, μιλούσε λίγο, αλλά είχε μια ζεστασιά. Παντρευτήκαμε γρήγορα. Δεν είχαμε λεφτά, μέναμε για λίγο στον πάνω όροφο από την πεθερά μου, μέχρι να «σταθούμε στα πόδια μας», όπως έλεγε εκείνος. Αυτό το “για λίγο” έγινε τρία χρόνια.

Η Ευγενία είχε άποψη για όλα. Για το πώς μαγειρεύω, πώς πλένω, πώς κάθομαι, πότε πρέπει να ανάβει το καντήλι. Στην αρχή το κατάπινα. Κλασικά πράγματα, έλεγα. Ελληνική μάνα, δεμένη με τον γιο της. Μετά έμεινα έγκυος και όλα ξέφυγαν.

«Μη λες το όνομα του παιδιού πριν σαραντίσεις», μου έλεγε.

«Μη ράβεις βράδυ, δένεις τη γλώσσα του μωρού.»

«Μη λούζεσαι Τετάρτη.»

«Μη βγαίνεις όταν έχει πανσέληνο.»

Γελούσα νευρικά. Ο Στέλιος στην αρχή σήκωνε τους ώμους.

«Άσ’ τη, μωρέ, έτσι είναι η μάνα μου.»

Μετά άρχισε να συμφωνεί.

Όχι από πίστη, νομίζω. Από αδυναμία. Από εκείνη τη χρόνια συνήθεια να μην της χαλάει χατίρι. Και σιγά σιγά, το σπίτι γέμισε κανόνες. Κόκκινες κορδέλες στο κρεβάτι. Σκόρδα πίσω από την πόρτα. Ένα ματάκι καρφιτσωμένο ακόμα και στο νυχτικό μου. Αν αντιδρούσα, γινόμουν εγώ η υπερβολική.

«Γιατί σε πειράζει;» μου έλεγε ο Στέλιος. «Για το καλό μας το κάνει.»

Για το καλό μας. Αυτή η φράση με έλιωσε.

Στον έβδομο μήνα, ο γιατρός είπε ότι είχα πίεση και έπρεπε να προσέχω. Ξεκούραση, λιγότερο άγχος, παρακολούθηση. Γύρισα σπίτι ταραγμένη. Η Ευγενία σταύρωσε τα χέρια.

«Σου το είπα εγώ. Από τότε που πήγες εκεί κάτω στη γειτόνισσα, σε μάτιασαν.»

«Όχι, κυρία Ευγενία. Έχω ιατρικό θέμα», της είπα.

«Οι γιατροί όλα τα κάνουν αρρώστια.»

Ο Στέλιος δεν μίλησε. Αυτό πονούσε πιο πολύ.

Μετά άρχισε το άλλο. Δεν ήθελε να αγοράσουμε κούνια πριν γεννήσω. Δεν ήθελε να πούμε το όνομα. Δεν ήθελε να μπω στο νοσοκομείο μια μέρα που “δεν ήταν καθαρή”. Μία φορά, ενώ είχα έντονες συσπάσεις, μου είπε να περιμένουμε γιατί είχε δει σπασμένο καθρέφτη στην είσοδο και «δεν ήταν καλό να ξεκινήσουμε έτσι». Ένιωσα να τρελαίνομαι.

«Ακούς τι λες;» του φώναξα.

«Μη φωνάζεις!» πετάχτηκε η Ευγενία. «Θα ταράξεις το παιδί.»

«Το παιδί το ταράζετε εσείς!» είπα και έκλαψα τόσο που δεν έβγαινε ήχος.

Τελικά, εκείνη τη νύχτα με πήγαν στο μαιευτήριο αργοπορημένα. Ο γιατρός θύμωσε.

«Άλλη καθυστέρηση και θα είχαμε πρόβλημα», είπε κοφτά.

Κανείς δεν απάντησε. Η Ευγενία μόνο σταυροκοπήθηκε.

Γέννησα τον μικρό μου, τον Νικόλα, με φόβο και εξάντληση. Όταν τον έβαλαν πάνω μου, νόμιζα ότι όλα θα αλλάξουν. Ότι ο Στέλιος θα συνέλθει. Για δύο μέρες ήταν τρυφερός, σχεδόν όπως παλιά. Μετά γυρίσαμε σπίτι.

Η πεθερά μου δεν ήθελε να μπαίνει πολύς κόσμος «για το μάτι», δεν ήθελε να βγαίνει το μωρό έξω, δεν ήθελε να το δει παιδίατρος πριν σαραντίσει γιατί «τα πολλά χέρια το ανακατεύουν». Όταν ο μικρός έκανε πυρετό, εγώ έτρεμα.

«Πάμε εφημερεύον», είπα.

Η Ευγενία πήρε ένα θυμιατό.

«Πρώτα θα τον ξεματιάσω.»

«Έχει πυρετό!» ούρλιαξα.

Ο Στέλιος στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Κυριολεκτικά μπροστά στην πόρτα.

«Μη βγεις τώρα βράδυ με το παιδί έτσι», μου είπε. «Περίμενε λίγο να δούμε αν θα πέσει.»

Τον κοίταξα και δεν τον γνώρισα. Ήταν ο άντρας που μου κρατούσε το χέρι στους εμετούς της εγκυμοσύνης, αλλά είχε γίνει ξένος. Άβουλος, σκληρός, πνιγμένος σε έναν τρόμο που τον τάιζε η μάνα του κάθε μέρα.

Πήρα τον Νικόλα αγκαλιά. Φορούσα τις παντόφλες μου και από πάνω μια ζακέτα. Εκείνη τράβηξε το μανίκι μου.

«Αν περάσεις το κατώφλι τέτοια ώρα, θα τον κυνηγάει η ατυχία μια ζωή.»

Της άφησα το χέρι.

«Αν μείνω, θα τον κυνηγάει εσένα», της είπα.

Ο Στέλιος είπε το όνομά μου, αλλά χαμηλά. Πολύ χαμηλά. Σαν να ντρεπόταν ακόμα και από τη σκιά της μάνας του.

Έφυγα νύχτα. Πήρα ταξί, πήγα στο Παίδων, και ο μικρός είχε λοίμωξη που ήθελε άμεσα αγωγή. Ο γιατρός με ρώτησε γιατί άργησα. Ντράπηκα τόσο που δεν μπορούσα να τον κοιτάξω.

Από τότε μένω στη θεία μου στο Αιγάλεω. Δουλεύω από το σπίτι όσο μπορώ, μετράω και το τελευταίο ευρώ, έχω δικηγόρο, έχω κούραση που μου σπάει τα κόκαλα. Ο Στέλιος με παίρνει τηλέφωνο, κλαίει, λέει ότι μ’ αγαπάει, ότι μπλέχτηκε, ότι η μάνα του φοβάται για το παιδί. Μα εγώ έμαθα πια κάτι σκληρό: υπάρχουν άνθρωποι που λένε “φοβάμαι για σένα”, ενώ στην πραγματικότητα σε κρατάνε μέσα στον δικό τους φόβο μέχρι να σβήσεις.

Δεν έφυγα γιατί έπαψα να τον αγαπάω. Έφυγα γιατί αγάπησα περισσότερο το παιδί μου. Και κάπου εκεί, ίσως για πρώτη φορά, αγάπησα και εμένα.

Πείτε μου ειλικρινά, πόσο μένεις και παλεύεις όταν ο άλλος βάζει τις προλήψεις πάνω από τη ζωή σου;

Και αν ήσασταν στη θέση μου, θα δίνατε άλλη μία ευκαιρία ή θα κλείνατε την πόρτα για πάντα;