Έζησα σαν σκιά στο σπίτι της κόρης μου, μέχρι που ο γαμπρός μου μου είπε κατάματα πως δεν με θέλει εκεί
«Πάλι εδώ θα είσαι όταν γυρίσω;» μου πέταξε ο Στέλιος, με το ένα χέρι ακόμα στο πόμολο και τη γραβάτα μισολυμένη, λες και τον έπνιγε όχι η μέρα του στη δουλειά, αλλά η παρουσία μου στο σπίτι της κόρης μου.
Κρατούσα το πιάτο με τις φακές που μόλις είχα σερβίρει στη μικρή. Πάγωσα. Η Ειρήνη, η εγγονή μου, σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε σαν να κατάλαβε ότι κάτι κακό μόλις συνέβη. Η κόρη μου, η Μαρία, ήταν ακόμα στη δουλειά. Εγώ, όπως σχεδόν κάθε μέρα, είχα έρθει από το πρωί. Είχα βάλει σκούπα, είχα βάλει πλυντήριο, είχα μαγειρέψει, είχα πάει τη μικρή αγγλικά, είχα γυρίσει πίσω τρέχοντας να προλάβω να στρώσω το τραπέζι.
Και ξαφνικά ένιωσα ξένη.
«Στέλιο, για το παιδί είμαι εδώ», του είπα χαμηλά.
«Για το παιδί, ναι. Αλλά αυτό έχει καταντήσει μόνιμο. Δεν γίνεται να ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου και να πρέπει να προσέχω αν κυκλοφορεί η πεθερά μου στην κουζίνα, στο σαλόνι, παντού.»
Το είπε ήρεμα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Αν φώναζε, ίσως να θύμωνα. Μα εκείνη η παγωμένη ευγένεια με τσάκισε.
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Μάζεψα το πιάτο της μικρής, το ακούμπησα στον νεροχύτη και πήγα στο παιδικό δωμάτιο. Έκατσα στην άκρη του κρεβατιού της Ειρήνης και κοίταζα την τσάντα της, τα μολύβια της, τις ζωγραφιές της κολλημένες στον τοίχο. Αυτά ήξερα. Αυτά φρόντιζα. Αλλά μέσα σε εκείνο το σπίτι είχα αρχίσει να κινούμαι σαν κλέφτρα.
Εγώ μένω στη Χαλκίδα. Έχω το σπιτάκι μου εκεί, τα πράγματά μου, τη γειτονιά μου, δυο φίλες που πίνουμε καφέ στην πλατεία όταν βρίσκω χρόνο. Αλλά ποιον χρόνο; Από τότε που η Μαρία γύρισε στη δουλειά, ήμουν συνέχεια Αθήνα. «Μαμά, δεν βγαίνω», μου έλεγε κλαίγοντας. «Ο παιδικός κλείνει νωρίς, ο Στέλιος γυρίζει αργά, δεν έχουμε λεφτά για γυναίκα». Και πήγα. Τι να έκανα; Να την άφηνα να πνιγεί;
Στην αρχή έλεγα πως θα είναι προσωρινό. Δυο μήνες, άντε έξι. Μετά έγιναν χρόνια. Εγώ με μια τσάντα στο χέρι, πάνω κάτω στο ΚΤΕΛ, να κουβαλάω τάπερ, ρούχα για αλλαγή, τα χάπια της πίεσης. Κάποιες φορές κοιμόμουν κιόλας εκεί, στον καναπέ, όταν η μικρή ανέβαζε πυρετό ή όταν η Μαρία είχε βάρδια μέχρι αργά. Ο Στέλιος δεν το ήθελε ποτέ πραγματικά. Το καταλάβαινα από μικρά πράγματα.
«Να μάθουμε να στεκόμαστε μόνοι μας», έλεγε.
«Το παιδί κακομαθαίνει με πολλές αγκαλιές.»
«Το σπίτι χρειάζεται όρια.»
Όρια. Ωραία λέξη. Μόνο που τα όρια ήταν πάντα γύρω από μένα.
Να μην κάθομαι στο σαλόνι όταν είχε φίλους.
Να μην ανακατεύομαι όταν μιλούσαν για οικονομικά.
Να μην απαντάω όταν εκείνος μάλωνε τη μικρή.
Να πηγαίνω «λίγο μέσα» όταν γυρνούσε κουρασμένος.
Λίγο μέσα. Δηλαδή να εξαφανίζομαι.
Ένα βράδυ, η Μαρία γύρισε εξαντλημένη. Της είπα πως δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Περίμενα να με αγκαλιάσει, να μου πει ένα «έχεις δίκιο, μαμά». Αντί γι’ αυτό, κάθισε στην καρέκλα και έπιασε το κεφάλι της.
«Μη με βάζεις στη μέση», μου είπε.
Αυτό με αποτέλειωσε πιο πολύ κι από τον Στέλιο.
«Στη μέση; Μαρία, εγώ είμαι η μάνα σου. Σου μεγαλώνω το παιδί.»
«Το ξέρω. Το ξέρω, βρε μαμά. Αλλά κι εκείνος λέει ότι δεν έχει σπίτι. Ότι νιώθει ξένος.»
Γέλασα πικρά. «Κι εγώ τι νιώθω; Βοήθεια του σπιτιού χωρίς μισθό;»
Δεν μίλησε. Μόνο έκλαψε λίγο, σιωπηλά, σαν άνθρωπος που έχει κουραστεί να διαλέγει και τελικά δεν διαλέγει κανέναν.
Η αλήθεια βγήκε λίγες μέρες μετά, σε ένα κυριακάτικο τραπέζι που στράβωσε από το τίποτα. Η μικρή έριξε κατά λάθος ένα ποτήρι. Ο Στέλιος εκνευρίστηκε, κι εγώ πήγα αυθόρμητα να την προστατέψω.
«Άστην κάτω», μου είπε απότομα.
«Παιδί είναι», απάντησα.
Και τότε τα είπε όλα.
«Αυτό είναι το πρόβλημα. Σε αυτό το σπίτι είσαι παντού. Στην ανατροφή, στο μαγείρεμα, στις αποφάσεις, στα πάντα. Δεν θέλω άλλο μια δεύτερη γυναίκα μέσα στο σπίτι μου. Θέλω να κλείνω την πόρτα και να είμαστε οικογένεια, όχι τρεις ενήλικες και ένα παιδί.»
Η Ειρήνη άρχισε να κλαίει. Η Μαρία έμεινε άσπρη. Κι εγώ ένιωσα σαν να μου τράβηξαν το τραπεζομάντιλο κάτω απ’ τα πόδια, με όλα πάνω.
«Δεύτερη γυναίκα;» του είπα. «Εγώ ήρθα για να μπορείτε να ζείτε. Για να δουλεύει η Μαρία. Για να μην τρώτε κάθε μέρα απ’ έξω. Για να μη μεγαλώνει το παιδί με babysitter.»
«Δεν σου το ζήτησα εγώ», απάντησε.
Εκεί πονάει ακόμα. Γιατί είχε δίκιο και άδικο μαζί. Δεν μου το ζήτησε εκείνος. Μου το ζήτησε η ανάγκη. Η κόρη μου. Η εποχή. Οι λογαριασμοί. Αυτή η ζωή που σε σπρώχνει να κάνεις θυσίες και μετά κάνει πως δεν τις βλέπει.
Την επόμενη μέρα δεν πήγα. Η Μαρία με πήρε δέκα φορές. Δεν το σήκωσα. Στις έντεκα το πρωί μου έστειλε μήνυμα: «Η μικρή σε ζητάει. Δεν ξέρω τι να κάνω». Έκλαψα μέσα στην κουζίνα μου, στη Χαλκίδα, δίπλα στο άδειο μπρίκι.
Τελικά πήγα, αλλά όχι όπως πριν. Της είπα καθαρά πως δεν θα ξαναμπώ σε σπίτι όπου πρέπει να κρύβομαι. Ή θα με σέβονται σαν γιαγιά και μάνα, ή ας βρουν άλλον τρόπο. Η Μαρία τρόμαξε. Ο Στέλιος για πρώτη φορά δεν μίλησε δυνατά. Μόνο είπε, ξερά, «να υπάρχουν κανόνες».
Κανόνες μπήκαν. Αλλά η ρωγμή έμεινε. Τώρα πάω λιγότερο. Η μικρή μου λείπει. Η κόρη μου γέρασε μέσα σε λίγους μήνες. Κι εγώ κουβαλάω ακόμα εκείνη τη φράση, σαν σακούλα βαριά που κόβει το χέρι.
Πείτε μου ειλικρινά, όταν μια μάνα δίνει τόσο πολύ, πότε ακριβώς γίνεται βάρος;
Και εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα φεύγατε οριστικά ή θα μένατε για το παιδί, έστω και σαν σκιά;