Έζησα σαν σκιά στο σπίτι της κόρης μου, μέχρι που ο γαμπρός μου μου είπε κατάματα πως δεν με θέλει εκεί
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που ο γαμπρός μου στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και μου είπε, σχεδόν ψιθυριστά αλλά με δηλητήριο, ότι το σπίτι του δεν είναι ξενώνας για πεθερές. Εγώ είχα αφήσει τη ζωή μου σε άλλη πόλη για να μεγαλώνω το παιδί τους, να μαγειρεύω, να σιδερώνω και να κρατάω όρθιο ένα σπίτι που χωρίς εμένα διαλυόταν. Κι όμως, όσο πιο πολύ έδινα, τόσο πιο αόρατη γινόμουν, σαν να έπρεπε να υπάρχω μόνο όταν τους βόλευε. Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως δεν πονούσα μόνο από την προσβολή, αλλά κι από την κόρη μου που είχε μάθει να σωπαίνει.