Μετά την κηδεία του πατέρα μου πέταξα έξω τη γυναίκα που ζούσε μαζί του και μόνο όταν βρήκα το γράμμα του κατάλαβα τι είχα κάνει

«Δεν θα μείνεις άλλο εδώ. Άκουσέ με καλά, Ελένη. Το σπίτι είναι του πατέρα μου και τώρα περνάει σε μένα.»

Το είπα σχεδόν λαχανιασμένη, ακόμη με τα μαύρα της κηδείας πάνω μου, με τη μυρωδιά από το λιβάνι να έχει ποτίσει τα ρούχα και τα μαλλιά μου. Η Ελένη στεκόταν στην κουζίνα με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Δεν μίλησε αμέσως. Μόνο με κοίταξε σαν να την είχα χαστουκίσει.

«Μαρία, όχι σήμερα…» ψιθύρισε.

«Σήμερα ακριβώς. Αρκετά. Δεκατρία χρόνια αρκετά.»

Αυτή είναι η αλήθεια μου, όσο άσχημα κι αν ακούγεται. Την Ελένη δεν την χώνεψα ποτέ. Από την πρώτη μέρα που την έφερε ο πατέρας μου στο σπίτι μας στο Παγκράτι, δυο χρόνια μετά τον θάνατο της μάνας μου, ένιωσα ότι κάποια μπήκε με παπούτσια μέσα στη ζωή μας και κάθισε στη θέση που δεν ήταν δική της. Μπορεί να μην παντρεύτηκαν ποτέ, μπορεί όλοι να έλεγαν «η σύντροφός του είναι», αλλά για μένα ήταν η ξένη.

Όταν η μάνα μου πέθανε από καρκίνο, εγώ ήμουν είκοσι τριών. Ο πατέρας μου, ο Στέλιος, έπεσε πολύ. Μετά ήρθε η Ελένη. Μαγείρευε, καθάριζε, τον φρόντιζε, του μιλούσε ήρεμα. Και αυτό με εξόργιζε πιο πολύ. Γιατί δεν ήρθε σαν κακιά. Ήρθε σαν άνθρωπος καλός. Και κάπως αυτό το έκανε χειρότερο μέσα μου.

Τα τελευταία τρία χρόνια ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά. Ζάχαρο, καρδιά, μετά τα νεφρά. Μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Εγώ δούλευα τότε σε φαρμακείο στον Νέο Κόσμο, είχα και δύο παιδιά, έναν γάμο που έτριζε, δάνεια, τρέξιμο. Πήγαινα όσο μπορούσα. Η Ελένη όμως ήταν εκεί κάθε μέρα. Στις εξετάσεις, στα φάρμακα, στις νύχτες που έκανε εμετούς, στις ώρες που δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί.

Κι όμως, όταν πέθανε, εγώ δεν είδα τίποτα από αυτά. Είδα μόνο τη γυναίκα που κοιμόταν δίπλα του στο δωμάτιο της μάνας μου.

Η θεία μου η Δέσποινα με τράβηξε στο μπαλκόνι εκείνο το απόγευμα.

«Τι κάνεις, παιδί μου; Πού να πάει η γυναίκα;»

«Δεν με νοιάζει. Να πάει στα αδέρφια της. Να νοικιάσει κάτι. Δεν είναι οικογένεια.»

«Ο πατέρας σου την είχε οικογένεια.»

Γύρισα απότομα.

«Ο πατέρας μου ήταν αδύναμος. Μόνος ήταν. Είχε ανάγκη κάποιον.»

Η θεία μου με κοίταξε όπως με κοίταζε μικρή όταν έλεγα ψέματα.

«Κι εσύ έχεις ανάγκη να θυμώνεις με κάποιον, Μαρία.»

Δεν της απάντησα. Γιατί είχε αγγίξει κάτι που δεν ήθελα να δω.

Την επόμενη μέρα πήγα με δικηγόρο. Ναι, τόσο ψυχρή έγινα. Επειδή το διαμέρισμα ήταν στο όνομα του πατέρα μου και εγώ ήμουν μοναχοκόρη, ήξερα ότι νομικά μπορούσα να ζητήσω να αποχωρήσει. Η Ελένη άσπρισε όταν άκουσε τη λέξη «προθεσμία».

«Με διώχνεις σαν να είμαι βάρος», μου είπε.

«Ήσουν επιλογή του πατέρα μου, όχι δική μου.»

Έσφιξε τα χείλη της. Τα χέρια της έτρεμαν.

«Τον έπλενα, Μαρία. Του άλλαζα πάνα όταν ντρεπόταν. Τον κρατούσα όταν έκλαιγε από τους πόνους. Δεν στα λέω για να με λυπηθείς. Στα λέω γιατί μιλάς σαν να ήμουν περαστική.»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό το «του άλλαζα πάνα» με χτύπησε σαν πέτρα. Γιατί εγώ δεν ήμουν εκεί σε αυτά. Και το ήξερα.

Οι συγγενείς άρχισαν τα τηλέφωνα. Ο ξάδερφός μου ο Γιάννης μου είπε ξεκάθαρα ότι φέρομαι άκαρδα. Η νονά μου είπε πως ντροπιάζω τη μνήμη του πατέρα μου. Ακόμα και ο άντρας μου, με τον οποίο τότε μιλάγαμε μόνο για τα απαραίτητα, μου είπε ένα βράδυ:

«Έχεις δίκιο νομικά. Αλλά ανθρώπινα; Δεν ξέρω…»

Θύμωσα με όλους. Όταν όμως έφυγαν οι φωνές και άδειασε το σπίτι, έμεινα μόνη με κάτι πολύ χειρότερο. Με τη σιωπή.

Τρεις μέρες μετά, άνοιξα το συρτάρι του πατέρα μου για να μαζέψω χαρτιά. Ανάμεσα σε λογαριασμούς της ΔΕΗ, συνταγές γιατρών και ένα παλιό κομπολόι, βρήκα έναν λευκό φάκελο. Έγραφε απ’ έξω: «Για τη Μαρία μου».

Τα πόδια μου κόπηκαν.

Το γράμμα ήταν με τον γραφικό του χαρακτήρα, λίγο στραβό από τότε που άρχισε να τρέμει το χέρι του.

«Κόρη μου,
αν διαβάζεις αυτό το χαρτί, εγώ θα έχω φύγει. Ξέρω πως δεν αγάπησες ποτέ την Ελένη. Ίσως γιατί ένιωσες πως πρόδωσα τη μάνα σου. Δεν την πρόδωσα. Τη μάνα σου την αγάπησα μέχρι την τελευταία της ανάσα. Απλώς δεν άντεξα τη μοναξιά μετά. Η Ελένη δεν ήρθε να πάρει τη θέση κανενός. Ήρθε και μου κράτησε το χέρι όταν φοβόμουν να πεθάνω. Αν μου χρωστάς κάτι, όχι σαν υποχρέωση αλλά σαν τελευταία χάρη, μην της φερθείς σαν ξένη. Σου στάθηκε περισσότερο απ’ όσο έμαθες ποτέ. Και θα ήθελα, αν μπορείτε, να βρείτε έναν τρόπο να μη χαθείτε μέσα στην πίκρα.»

Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να κλαίω. Θυμάμαι μόνο ότι κάθισα κάτω, στο πάτωμα του δωματίου του, και έκλαιγα σαν παιδί. Με λυγμούς άσχημους, ακανόνιστους. Για τον πατέρα μου. Για τη μάνα μου. Για όλα τα χρόνια που κράτησα τον θυμό σαν φυλαχτό, λες και αν τον άφηνα θα πρόδιδα κάποιον.

Το ίδιο βράδυ πήγα στο μικρό διαμέρισμα της Ελένης στο Παγκράτι, εκεί που είχε μείνει προσωρινά στην αδερφή της. Μου άνοιξε και πάγωσε.

«Τι θέλεις;»

Δεν ήξερα πώς να ξεκινήσω. Τόσο καιρό είχα μόνο επίθεση μέσα μου. Καμία άλλη γλώσσα.

«Βρήκα ένα γράμμα του πατέρα», της είπα. «Και… ήρθα να σου πω ότι έκανα λάθος. Όχι σε όλα. Αλλά σε αυτό, ναι. Σου φέρθηκα σκληρά.»

Η Ελένη δεν έπεσε στην αγκαλιά μου. Δεν έγινε καμία κινηματογραφική σκηνή. Με κοίταζε και είχε δίκιο να μη με εμπιστεύεται.

«Με πλήγωσες πολύ, Μαρία.»

«Το ξέρω.»

«Δεν ξέρω αν μπορώ να το ξεχάσω.»

«Ούτε εγώ ξέρω αν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου.»

Κάτσαμε στην κουζίνα της αδερφής της και ήπιαμε έναν καφέ σχεδόν αμίλητες. Για πρώτη φορά χωρίς να παίζουμε ρόλους. Μόνο δυο γυναίκες κουρασμένες από τον ίδιο άντρα που αγαπήσαμε διαφορετικά.

Ακόμα δεν έχουν λυθεί όλα. Το σπίτι, τα πράγματα, οι πληγές, τίποτα δεν κλείνει με ένα συγγνώμη. Αλλά ίσως αυτό να ήταν η αρχή. Ίσως πάλι να είναι αργά. Δεν ξέρω.

Πείτε μου ειλικρινά. Εσείς θα μπορούσατε να συγχωρήσετε έναν άνθρωπο που σας έδιωξε από το σπίτι του νεκρού συντρόφου σας;
Και πόσο αργά είναι αργά για να γυρίσει μια κόρη και να γίνει λίγο πιο άνθρωπος;