Ο αδερφός μου πούλησε τα χρυσά σκουλαρίκια της γιαγιάς για να πάρει μηχανή και από εκείνη τη μέρα δεν ξέρω αν η οικογένειά μας θα γίνει ποτέ ξανά ίδια
«Πού είναι τα σκουλαρίκια;» φώναξα τόσο δυνατά, που μέχρι κι εγώ τρόμαξα με τη φωνή μου. Είχα ανοιχτό το παλιό ξύλινο συρτάρι της μάνας μου, εκείνο που μύριζε λεβάντα και ναφθαλίνη, και τα χέρια μου έτρεμαν. «Μαρία, τι έγινε;» είπε η μάνα μου από την κουζίνα, σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά. Την κοίταξα και κατάλαβα, πριν καν μιλήσει, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Τα χρυσά σκουλαρίκια της γιαγιάς Ελένης δεν ήταν απλά ένα κόσμημα. Ήταν το μόνο πράγμα που είχε μείνει σχεδόν άθικτο από εκείνη. Τα είχε φορέσει στη βάφτιση μου, στη βάφτιση του αδερφού μου, στον γάμο των γονιών μου όταν έκαναν ξανά το τραπέζι μετά από κάτι δύσκολα χρόνια. Όταν πέθανε, η μάνα μου τα φύλαξε σαν φυλαχτό. «Αυτά θα πάνε σε σένα», μου είχε πει από μικρή. Όχι γιατί ήμουν πιο σημαντική. Αλλά γιατί ήξερε ότι θα καταλάβαινα τι κουβαλούσαν.
Ο αδερφός μου ο Στέλιος μπήκε στο σπίτι μισή ώρα μετά, με εκείνο το αδιάφορο περπάτημα που έκανε πάντα όταν κάτι είχε κάνει. Κρατούσε κράνος στο χέρι. Καινούργιο. Γυαλιστερό.
Τον κοίταξα και ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
«Πού τα έδωσες;» του είπα.
«Τι πράγμα;» απάντησε, αλλά δεν με κοίταξε στα μάτια.
«Μη με κάνεις να το πω δεύτερη φορά. Τα σκουλαρίκια της γιαγιάς. Πού είναι;»
Η μάνα μου έμεινε ακίνητη. Ο πατέρας μου, που καθόταν στο μπαλκόνι με τον καφέ του, μπήκε μέσα χωρίς να μιλάει. Εκείνη η σιωπή του ήταν χειρότερη από φωνές.
Ο Στέλιος πέρασε το χέρι από το πρόσωπό του. «Τα έδωσα στον Λευτέρη.»
«Ποιον Λευτέρη;»
«Τον Λευτέρη από το συνεργείο.»
«Τα πούλησες;»
Δεν απάντησε αμέσως. Μόνο έγνεψε.
Νόμιζα πως θα λιποθυμήσω. Έπιασα την καρέκλα δίπλα μου για να μη σωριαστώ. Η μάνα μου έβαλε το χέρι στο στόμα της.
«Για ποιο λόγο;» ψιθύρισα.
Και τότε είπε κάτι που με έκανε να τον μισήσω για λίγα δευτερόλεπτα αληθινά.
«Για την προκαταβολή της μηχανής.»
Ο πατέρας μου χτύπησε το τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι. «Ρε, είσαι με τα καλά σου; Χρωστάμε στη ΔΕΗ, χρωστάμε στην τράπεζα, η μάνα σου κόβει από το σούπερ μάρκετ και εσύ πήρες μηχανή;»
«Δεν πήρα ολόκληρη τη μηχανή, ρε πατέρα, προκαταβολή έδωσα! Θα δούλευα, θα τα έβγαζα!» είπε ο Στέλιος και η φωνή του έσπασε κάπου στη μέση.
«Με ξένα πράγματα; Με της γιαγιάς;» του είπα. «Με πράγματα που δεν ήταν δικά σου;»
Με κοίταξε τότε. Κόκκινα μάτια, ιδρωμένο μέτωπο, ένα βλέμμα μισό πείσμα μισό ντροπή. «Δεν το έκανα για να σας πονέσω.»
Γέλασα νευρικά. Άσχημα, κοφτά. «Κι όμως, αυτό ακριβώς έκανες.»
Είχαμε περάσει δύσκολα χρόνια. Ο πατέρας μου είχε μείνει χωρίς σταθερή δουλειά από το συνεργείο αλουμινίων. Η μάνα μου καθάριζε σπίτια σε δυο γειτονιές για να τα βγάζουμε πέρα. Εγώ δούλευα σε φούρνο και έδινα σχεδόν όλο τον μισθό στο σπίτι. Ο Στέλιος έκανε μεροκάματα πότε εδώ πότε εκεί, αλλά ποτέ δεν στεριωνόταν. Όλο έλεγε ότι «μια καλή αρχή» χρειαζόταν. Μια μηχανή για να κάνει διανομές, να κινηθεί, να σταθεί στα πόδια του. Και ίσως, αν μου το είχε πει, να προσπαθούσαμε όλοι μαζί. Ίσως. Αλλά εκείνος διάλεξε την κλεψιά. Από εμάς.
Το βράδυ η μάνα μου έκλαιγε χαμηλόφωνα στην κουζίνα. Την άκουγα να ανοίγει και να κλείνει ντουλάπια χωρίς λόγο. Αυτό κάνει όταν δεν αντέχει. Ο πατέρας μου κάπνιζε στο μπαλκόνι, παρότι το είχε κόψει. Ο Στέλιος είχε κλειστεί στο δωμάτιό του.
Χτύπησε την πόρτα μου λίγο πριν τις δώδεκα.
«Να μπω;» είπε.
Δεν του απάντησα, αλλά μπήκε έτσι κι αλλιώς.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και για λίγα δευτερόλεπτα δεν μιλούσε. Μόνο έτριβε τα χέρια του.
«Θα τα πάρω πίσω.»
«Πώς;»
«Θα μιλήσω στον Λευτέρη. Θα του δώσω λεφτά σιγά σιγά.»
«Έχεις λεφτά;»
Σιώπησε.
«Στέλιο, δεν είναι μόνο τα σκουλαρίκια. Δεν καταλαβαίνεις; Μπήκες στο σπίτι μας, πήρες κάτι ιερό για όλους μας και το ξεφόρτωσες σαν να ήταν παλιό σίδερο.»
«Ντρέπομαι», μου είπε τόσο χαμηλά που σχεδόν δεν το άκουσα. «Κάθε μέρα νιώθω άχρηστος εδώ μέσα. Εσύ δουλεύεις, η μάνα τρέχει, ο πατέρας βρίζει, κι εγώ… εγώ ήθελα να κάνω κάτι μόνος μου.»
Γύρισα και τον κοίταξα. Για μια στιγμή είδα όχι τον προδότη, αλλά το παιδί που κάποτε με περίμενε έξω από το σχολείο για να γυρίσουμε μαζί σπίτι. Και αυτό με αποτέλειωσε πιο πολύ.
«Κάτι μόνος σου;» του είπα. «Ήθελες να σωθείς μόνος σου, πατώντας πάνω μας;»
Έβαλε τα κλάματα. Ο αδερφός μου, που από μικρός έκανε τον σκληρό, έκλαιγε σαν να ήταν πέντε χρονών. Αλλά ούτε αυτό με μαλάκωσε όσο θα περίμενα. Ίσως επειδή η πληγή ήταν πολύ φρέσκια. Ίσως επειδή όταν σπάει η εμπιστοσύνη μέσα σε σπίτι, ακούγεται αλλιώς. Κάνει έναν ήχο βουβό, αλλά σου μένει.
Πέρασαν τρεις μήνες. Η μηχανή τελικά δεν ήρθε ποτέ. Ο Λευτέρης είχε ήδη λιώσει τα σκουλαρίκια, έτσι μας είπε, και ήθελα να του σπάσω το μαγαζί. Ο Στέλιος βρήκε δουλειά σε καφετέρια και δίνει στη μάνα μου σχεδόν ό,τι παίρνει. Προσπαθεί. Το βλέπω. Μερικές φορές αφήνει σακούλες με ψώνια στην κουζίνα χωρίς να πει τίποτα. Μερικές φορές αποφεύγει να με κοιτάξει.
Κι εγώ; Εγώ ακόμα όταν ανοίγω εκείνο το συρτάρι νιώθω ένα κενό. Σαν να μην έλειψαν μόνο τα σκουλαρίκια, αλλά η σιγουριά ότι μέσα στην οικογένεια υπάρχουν κάποια όρια που δεν τα περνάς ποτέ.
Θέλω να τον συγχωρήσω. Είναι ο αδερφός μου. Αλλά η συγχώρεση δεν έρχεται με το ζόρι, ούτε επειδή μας ενώνουν τα ίδια αίματα.
Εσείς θα μπορούσατε να εμπιστευτείτε ξανά έναν άνθρωπο που σας πρόδωσε έτσι; Και αν είναι οικογένεια, αλλάζει κάτι ή πονάει ακόμα περισσότερο;