Ο άντρας μου άδειαζε το κοινό μας πορτοφόλι για την πρώην του και εγώ ένιωθα ξένη μέσα στο ίδιο μου το σπίτι
«Πάλι της έστειλες λεφτά;» του είπα με το κινητό στο χέρι και τη φωνή μου να τρέμει τόσο που σχεδόν ντράπηκα εγώ η ίδια.
Ο Μάριος δεν απάντησε αμέσως. Έβγαλε τα παπούτσια του αργά, λες και αν καθυστερούσε λίγα δευτερόλεπτα θα γλίτωνε τον καβγά. Μετά με κοίταξε κουρασμένα.
«Για τη Νεφέλη ήταν, Ειρήνη. Μην το κάνεις έτσι.»
Μην το κάνεις έτσι. Αυτή η φράση είχε γίνει το μόνιμο καρφί στο στήθος μου. Γιατί κάθε φορά που έλεγα ότι δεν βγαίνουμε, ότι έχουμε νοίκι, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, βενζίνη, εκείνος με κοίταζε σαν να του ζητούσα να εγκαταλείψει το παιδί του.
Δεν του ζήτησα ποτέ αυτό. Ποτέ.
Αλλά άλλο να στηρίζεις την κόρη σου κι άλλο να ζει ολόκληρο το σπίτι μας στον ρυθμό της πρώην γυναίκας σου.
Η Δήμητρα τηλεφωνούσε ό,τι ώρα ήθελε. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. «Η Νεφέλη θέλει καινούριο τάμπλετ για το σχολείο». «Η μικρή πρέπει να ξεκινήσει μπαλέτο». «Δεν μπορώ να την κρατήσω το Σαββατοκύριακο, θα την πάρεις τώρα». Και ο Μάριος σχεδόν πάντα έλεγε ναι.
Όχι γιατί ήταν κακός μαζί μου. Αυτό ήταν το χειρότερο. Ήταν ένας άνθρωπος μαλακός, γεμάτος ενοχές από το διαζύγιο, που νόμιζε πως αν αρνηθεί κάτι, θα γίνει κακός πατέρας.
Κι εγώ; Εγώ γινόμουν η γυναίκα που «γκρινιάζει για το παιδί».
Θυμάμαι μια Κυριακή που είχαμε κανονίσει να πάμε στη μάνα μου για φαγητό στον Κορυδαλλό. Είχα φτιάξει και γλυκό από το πρωί, είχα ντυθεί, περίμενα. Χτυπάει το κινητό του.
«Ναι, Δήμητρα… τώρα;»
Τον είδα να αλλάζει πρόσωπο.
«Η Νεφέλη ανέβασε λίγο πυρετό. Θέλει να πάω.»
«Και πρέπει να πας εσύ;» του είπα. «Η μάνα της πού είναι;»
Με κοίταξε σαν να τον χαστούκισα.
«Τι λες τώρα; Το παιδί μου είναι.»
Δεν πήγαμε ποτέ στη μάνα μου. Εκείνη το κατάλαβε από τη φωνή μου στο τηλέφωνο και δεν είπε πολλά, μόνο αυτό το πικρό, ελληνικό «καλά, παιδί μου» που κρύβει μέσα του χίλια πράγματα.
Τα οικονομικά μας άρχισαν να διαλύονται σιγά σιγά. Όχι από ένα μεγάλο ποσό. Από τα πολλά μικρά που γίνονταν βουνό. Εκατό για δραστηριότητες. Ογδόντα για ρούχα. Εκατόν πενήντα για μια σχολική εκδρομή που «δεν μπορούσε να λείψει». Πενήντα εδώ, εξήντα εκεί. Και κάθε μήνα εγώ έκανα λογαριασμούς με χαρτί και στυλό στην κουζίνα, δίπλα στα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, κόβοντας από παντού.
Μια φορά είπα να πάρουμε καινούριο πλυντήριο γιατί το παλιό έκανε θόρυβο σαν τρακτέρ και σταματούσε στο ξέβγαλμα.
«Να το πάμε λίγο πίσω;» μου είπε. «Αυτόν τον μήνα έδωσα πολλά για τη μικρή.»
Έμεινα να τον κοιτάω. Ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή κάτι έσπασε μέσα μου. Γιατί δεν ήταν το πλυντήριο. Ήταν ότι εγώ πάντα πήγαινα πίσω.
Εγώ, οι ανάγκες μας, τα σχέδιά μας, η ηρεμία μας.
Το μεγάλο μπαμ έγινε ένα βράδυ που μας έκοψαν σχεδόν το ρεύμα. Είχα ξεχάσει επίτηδες; Όχι. Απλώς δεν έφταναν. Εκείνος ήρθε σπίτι με σακούλες από παιδικό κατάστημα.
«Τι είναι αυτά;» τον ρώτησα.
«Μπουφάν και παπούτσια για τη Νεφέλη. Η Δήμητρα είπε ότι δεν είχε καλά.»
Γέλασα. Εκείνο το γέλιο το θυμάμαι και ακόμα ανατριχιάζω. Ήταν γέλιο ανθρώπου που έχει περάσει τα όριά του.
«Μας ήρθε ειδοποίηση για το ρεύμα, Μάριε.»
Πάγωσε.
«Ε, θα το τακτοποιήσουμε.»
«Με τι; Με αέρα;»
Άρχισα να κλαίω και να φωνάζω μαζί, άσχημος συνδυασμός. Του είπα πράγματα που κράταγα μήνες. Ότι νιώθω ξένη. Ότι η Δήμητρα αποφασίζει πότε θα φάμε, πότε θα βγούμε, πότε θα ηρεμήσουμε. Ότι εγώ δεν αντέχω άλλο να είμαι η τελευταία προτεραιότητα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
«Δεν ζηλεύω τη Νεφέλη!» του φώναξα. «Κατάλαβέ το επιτέλους. Ζηλεύω το ότι δεν έχεις βάλει ούτε ένα όριο στη Δήμητρα. Αυτή είναι η αλήθεια.»
Εκείνος θύμωσε. Πολύ.
«Θες να αφήσω το παιδί μου; Αυτό μου λες;»
«Όχι!» του είπα. «Σου λέω να γίνεις πατέρας, όχι πορτοφόλι από τύψεις!»
Μετά σιωπή. Από εκείνες τις βαριές. Ακουγόταν μόνο το ψυγείο και τα αμάξια από τον δρόμο.
Κάθισε στην καρέκλα και έπιασε το κεφάλι του. Για πρώτη φορά δεν αμύνθηκε αμέσως. Ίσως επειδή είδε ότι δεν ήμουν απλώς εκνευρισμένη. Ήμουν εξαντλημένη.
«Δεν ξέρω πώς να το κάνω», είπε χαμηλά. «Κάθε φορά που λέω όχι, νιώθω ότι πληρώνει η Νεφέλη το διαζύγιο.»
Κάθισα απέναντί του.
«Και τώρα ποιος το πληρώνει;» του είπα. «Η Νεφέλη πάλι. Γιατί μεγαλώνει μέσα σε ένταση. Κι εμείς μαζί της.»
Εκείνο το βράδυ μιλήσαμε σαν άνθρωποι, επιτέλους. Όχι σαν αντίπαλοι. Βάλαμε κάτω χαρτί και γράψαμε έξοδα. Συμφωνήσαμε ότι ό,τι είναι σταθερό για τη Νεφέλη θα μπαίνει σε συγκεκριμένο ποσό κάθε μήνα. Τα έκτακτα θα συζητιούνται πρώτα. Καμία μεταφορά χρημάτων κρυφά, κανένα «το έκανα και μετά στο λέω». Και με τη Δήμητρα, επικοινωνία μόνο για ό,τι αφορά πραγματικά το παιδί. Όχι για να τινάζεται η μέρα μας στον αέρα κάθε φορά που εκείνη δεν προλαβαίνει ή απαιτεί.
Δεν έγιναν όλα τέλεια από την επόμενη μέρα. Σιγά. Ελλάδα είμαστε, άνθρωποι είμαστε, τα παλιά μοτίβα δεν κόβονται σαν διακόπτης. Υπήρξαν πισωγυρίσματα, εντάσεις, δυο-τρεις φορές που πάλι ένιωσα να βράζω. Αλλά τουλάχιστον τώρα, όταν λέω «δεν αντέχω άλλο έτσι», δεν με κοιτάζει σαν εχθρό.
Με ακούει.
Και ίσως αυτό να είναι η αρχή για να σωθεί ένας γάμος. Όχι να εξαφανιστούν τα προβλήματα, αλλά να μη νιώθει κανείς αόρατος μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Ακόμα αναρωτιέμαι αν άργησα πολύ να μιλήσω ή αν εκείνος άργησε πολύ να καταλάβει. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μέχρι πού είναι αγάπη για το παιδί και από πού αρχίζει η διάλυση ενός γάμου;