Η Αόρατη Μάχη: Η Δύναμη της Ελένης Ενάντια στα Πρότυπα Ομορφιάς
«Πάλι έτσι θα βγεις έξω;» Η φωνή της μητέρας μου, η κυρία Μαρία, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ντροπής. Στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη του παιδικού μου δωματίου, φορώντας το αγαπημένο μου τζιν και ένα απλό μπλουζάκι. Τα μαλλιά μου ήταν αχτένιστα, όπως πάντα. Δεν είχα βάλει ούτε ίχνος μέικ-απ. Ήμουν δεκαεπτά χρονών και ήδη κουρασμένη από τη μάχη να γίνω κάτι που δεν ήμουν.
«Μαμά, έτσι νιώθω άνετα. Γιατί πρέπει να αλλάξω;»
«Γιατί ο κόσμος βλέπει! Οι γείτονες μιλάνε! Δεν μπορείς να κυκλοφορείς σαν να μην σε νοιάζει τίποτα!»
Η φωνή της έτρεμε από θυμό και αγωνία. Ήξερα πως δεν ήταν μόνο δικό της άγχος – ήταν το άγχος μιας ολόκληρης γενιάς Ελληνίδων μανάδων που μεγάλωσαν με το φόβο του «τι θα πει ο κόσμος». Αλλά εγώ, η Ελένη, δεν ήθελα να ζω έτσι.
Στο σχολείο τα πράγματα ήταν χειρότερα. Οι συμμαθήτριές μου, η Άννα, η Σοφία, η Δήμητρα, περνούσαν ώρες μπροστά στον καθρέφτη. Κάθε πρωί, στο λεωφορείο για το λύκειο, άκουγα τα σχόλια:
«Ελένη, γιατί δεν βάφεις τα φρύδια σου;»
«Έχεις ωραίο πρόσωπο, αλλά αν έκανες κάτι με τα μαλλιά σου…»
Κάθε λέξη ήταν σαν μικρό καρφί στην αυτοπεποίθησή μου. Προσπαθούσα να μην δείχνω ότι με πείραζε, αλλά τα βράδια έκλαιγα σιωπηλά στο μαξιλάρι μου. Η μητέρα μου έμπαινε στο δωμάτιο και με έβλεπε πρησμένη από το κλάμα.
«Τι έχεις πάλι;»
«Τίποτα, μαμά. Απλά κουράστηκα.»
Η αλήθεια ήταν πως είχα κουραστεί να παλεύω με όλους – με τη μάνα μου, με τις φίλες μου, με τον ίδιο μου τον εαυτό. Κάθε φορά που έβλεπα διαφημίσεις στην τηλεόραση ή στο Instagram, ένιωθα πως δεν θα ήμουν ποτέ αρκετή. Τα κορίτσια εκεί ήταν όλες τέλειες: λεπτές, αψεγάδιαστες, με μαλλιά που έλαμπαν και δέρμα χωρίς ψεγάδι.
Στο σπίτι η κατάσταση χειροτέρευε. Ο πατέρας μου, ο κύριος Γιώργος, ήταν πιο σκληρός.
«Αν δεν προσέχεις τον εαυτό σου, ποιος θα σε πάρει;»
Ένιωθα πως η αξία μου μετριόταν μόνο από την εμφάνισή μου. Μια μέρα ξέσπασα:
«Δεν θέλω να με πάρει κανείς αν πρέπει να αλλάξω για να του αρέσω!»
Η φωνή μου αντήχησε στο σαλόνι. Η μητέρα μου με κοίταξε σοκαρισμένη. Ο πατέρας μου σηκώθηκε από την πολυθρόνα του.
«Μην ξαναμιλήσεις έτσι! Εμείς θέλουμε το καλό σου!»
«Το καλό μου ή το καλό της εικόνας σας;»
Έτρεξα στο δωμάτιό μου και έκλεισα την πόρτα με δύναμη. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα πως δεν ανήκα πουθενά.
Τα χρόνια πέρασαν. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – Φιλοσοφική. Εκεί γνώρισα τη Μαρία και τη Χριστίνα. Ήταν διαφορετικές. Μιλούσαν ανοιχτά για τα πρότυπα ομορφιάς και πώς μας καταπιέζουν. Μια μέρα, σε μια συζήτηση στη σχολή, τόλμησα να μιλήσω:
«Γιατί πρέπει να νιώθουμε άσχημες αν δεν μοιάζουμε με τα κορίτσια στις διαφημίσεις; Ποιος το αποφάσισε αυτό;»
Η Μαρία με κοίταξε στα μάτια.
«Ελένη, έχεις δίκιο. Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό.»
Έτσι ξεκίνησε η δική μας μικρή επανάσταση. Δημιουργήσαμε μια ομάδα στο πανεπιστήμιο – «Αληθινή Ομορφιά». Κάθε εβδομάδα συναντιόμασταν και μιλούσαμε για τις ανασφάλειές μας, για τις πιέσεις που δεχόμαστε από την κοινωνία και τις οικογένειές μας.
Μια μέρα αποφασίσαμε να κάνουμε μια δημόσια εκδήλωση στην πλατεία Συντάγματος. Φορέσαμε απλά ρούχα, χωρίς μακιγιάζ, και κρατούσαμε πλακάτ που έγραφαν: «Η ομορφιά δεν έχει μέγεθος», «Είμαι αρκετή όπως είμαι», «Δεν είμαι προϊόν διαφήμισης».
Ο κόσμος μας κοιτούσε περίεργα. Μερικοί γελούσαν ειρωνικά. Άλλοι μας φωτογράφιζαν κρυφά με τα κινητά τους. Ένιωθα φόβο αλλά και δύναμη ταυτόχρονα.
Μετά την εκδήλωση γύρισα σπίτι. Η μητέρα μου είχε δει φωτογραφίες στο Facebook.
«Ντροπή! Τι θα πει ο θείος σου ο Κώστας; Τι θα πει η γειτονιά;»
«Δεν με νοιάζει πια τι θα πουν! Θέλω να είμαι ο εαυτός μου!»
Για πρώτη φορά στάθηκα απέναντί της χωρίς να τρέμω. Εκείνη έβαλε τα κλάματα.
«Εγώ θέλω απλά να σε προστατεύσω…»
Την αγκάλιασα σφιχτά.
«Ξέρω μαμά… Αλλά πρέπει να μάθεις να με αγαπάς όπως είμαι.»
Οι επόμενοι μήνες ήταν δύσκολοι. Δέχτηκα προσβολές στα social media – άγνωστοι με αποκαλούσαν «τεμπέλα», «άσχημη», «ζηλιάρα». Κάποιες φίλες απομακρύνθηκαν. Αλλά γνώρισα καινούριους ανθρώπους που πίστευαν σε όσα πίστευα κι εγώ.
Μια μέρα ήρθε μήνυμα από μια κοπέλα που δεν γνώριζα:
«Ελένη, σ’ ευχαριστώ που μίλησες ανοιχτά. Με βοήθησες να αγαπήσω τον εαυτό μου.»
Έκλαψα από χαρά. Ήξερα πως όλος αυτός ο πόνος είχε νόημα.
Σήμερα είμαι 27 χρονών. Δουλεύω ως φιλόλογος σε ένα γυμνάσιο στον Πειραιά. Κάθε φορά που βλέπω τις μαθήτριές μου να κοιτάζονται στον καθρέφτη με αμφιβολία, τους λέω:
«Μην αφήνετε κανέναν να σας πει πως δεν είστε αρκετές.»
Η μητέρα μου ακόμα δυσκολεύεται να καταλάβει. Ο πατέρας μου έχει σταματήσει να σχολιάζει την εμφάνισή μου – ίσως γιατί βλέπει πως δεν αλλάζω γνώμη.
Κάθε βράδυ κοιτάζομαι στον καθρέφτη και χαμογελώ στον εαυτό μου. Δεν είμαι τέλεια – αλλά είμαι εγώ.
Αναρωτιέμαι: Πόσοι από εμάς ζούμε ακόμα φυλακισμένοι στα πρότυπα των άλλων; Πότε θα μάθουμε να αγαπάμε πραγματικά τον εαυτό μας;