«Γύρισα από τη δουλειά. Στην πόρτα με περίμενε ένας κούριερ με τεράστια ανθοδέσμη»: Το σημείωμα όμως δεν ήταν από τον άντρα μου…
«Πάλι αργείς, Μαρία;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο μυαλό μου κάθε φορά που ξεκλειδώνω την πόρτα του σπιτιού μας στην Καλλιθέα. Αλλά σήμερα δεν πρόλαβα ούτε να αφήσω τα κλειδιά στο τραπεζάκι. Το κουδούνι χτύπησε επίμονα, σαν να ήξερε ότι η μέρα μου είχε ήδη αρκετή ένταση.
Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα μπροστά σε έναν νεαρό κούριερ, που κρατούσε μια τεράστια ανθοδέσμη. Ήταν τόσο βαριά και φρέσκια, που σταγόνες νερού έσταζαν πάνω στο παλιό μας χαλάκι. Μύριζε φρέζια και τριαντάφυλλο τσαγιού – αρώματα που πάντα διάλεγα όταν ήθελα να νιώσω καλύτερα. Για μια στιγμή σκέφτηκα: «Θυμήθηκε». Μια ζεστασιά με τύλιξε, αλλά κράτησε μόνο ένα δευτερόλεπτο.
«Υπογράψτε εδώ, παρακαλώ», είπε ο κούριερ αδιάφορα. Υπέγραψα μηχανικά και πήρα το μικρό καρτελάκι που κρεμόταν στη σατέν κορδέλα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Το άνοιξα με λαχτάρα, περιμένοντας να δω το όνομα του άντρα μου, του Νίκου. Αντί γι’ αυτό, διάβασα: «Για εκείνη που φωτίζει τις μέρες μου – Α.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Ποιος ήταν ο «Α»; Έκατσα στην καρέκλα της κουζίνας, κρατώντας τα λουλούδια σαν σωσίβιο. Ο Νίκος δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ρομαντικός, αλλά ήξερε πόσο αγαπούσα τα λουλούδια. Ήταν δυνατόν να ξέχασε την επέτειό μας; Ή μήπως…
Το κινητό μου χτύπησε. Ήταν η μητέρα μου.
«Μαρία, πότε θα έρθεις για φαγητό; Ο πατέρας σου γκρινιάζει πάλι!»
«Μαμά, δεν μπορώ τώρα…» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρύψω τη σύγχυσή μου.
«Τι έχεις; Σου συνέβη κάτι;»
«Όχι… απλώς… θα σε πάρω αργότερα.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και κοίταξα ξανά το σημείωμα. Ο νους μου πήγε στον Άρη, τον παλιό μου συμφοιτητή από τη Νομική. Είχαμε συναντηθεί τυχαία πριν δύο εβδομάδες στο μετρό. Μιλήσαμε για λίγο – τίποτα το ιδιαίτερο, απλώς αναμνήσεις από τα φοιτητικά χρόνια. Ήταν δυνατόν να είναι αυτός;
Το βράδυ ο Νίκος γύρισε αργά, όπως πάντα τελευταία.
«Τι όμορφα λουλούδια!» είπε αδιάφορα, αφήνοντας τα κλειδιά του στο τραπέζι.
«Δεν τα έστειλες εσύ;» τον ρώτησα με μια ελπίδα στη φωνή.
Με κοίταξε παραξενεμένος. «Όχι… Έχεις κάποιον θαυμαστή και δεν το ξέρω;»
Γέλασε νευρικά, αλλά στα μάτια του είδα κάτι σκοτεινό – ζήλια ή φόβο;
«Ίσως είναι λάθος», απάντησα ψεύτικα αδιάφορη.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Ο Νίκος γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε αμέσως, όπως πάντα. Εγώ όμως έμεινα ξάγρυπνη, κρατώντας το καρτελάκι στα χέρια. Ποιος ήταν ο «Α»; Γιατί τώρα; Και γιατί ένιωθα αυτή την παράξενη χαρά ανακατεμένη με ενοχή;
Την επόμενη μέρα στη δουλειά ήμουν αφηρημένη. Η Άννα, η συνάδελφός μου, με ρώτησε:
«Τι έχεις; Σαν να είσαι αλλού.»
«Τίποτα… απλώς δεν κοιμήθηκα καλά.»
Το μεσημέρι έλαβα μήνυμα στο κινητό: «Ελπίζω να σου άρεσαν τα λουλούδια. Α.»
Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Απάντησα διστακτικά: «Ποιος είσαι;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως: «Ο Άρης… Θυμάσαι τη βραδιά στη Θεσσαλονίκη;»
Θυμήθηκα. Ήταν η τελευταία μας βραδιά ως φοιτητές – γεμάτη γέλια, όνειρα και ένα φιλί που ποτέ δεν ξεχάσαμε. Τότε όμως ήρθε ο Νίκος στη ζωή μου και όλα άλλαξαν.
Το απόγευμα ο Νίκος με περίμενε σπίτι.
«Πρέπει να μιλήσουμε», είπε σοβαρά.
«Τι συμβαίνει;»
«Ξέρω ότι κάτι τρέχει… Δεν είσαι πια η ίδια.»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
«Νίκο… Δεν ξέρω τι να σου πω.»
«Υπάρχει άλλος;»
Σιώπησα. Δεν υπήρχε άλλος – αλλά υπήρχαν αναμνήσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα και μια ζωή που είχε γίνει ρουτίνα.
«Όχι… Απλώς νιώθω χαμένη.»
Ο Νίκος έφυγε από το δωμάτιο χωρίς να πει λέξη.
Το βράδυ πήγα στη μητέρα μου. Κάθισα στην κουζίνα και της τα είπα όλα.
«Μαρία, η ζωή είναι δύσκολη», είπε ήρεμα. «Αλλά πρέπει να διαλέξεις τι θέλεις πραγματικά.»
Γύρισα σπίτι αποφασισμένη να μιλήσω στον Άρη. Του έστειλα μήνυμα: «Θέλω να σε δω.»
Συναντηθήκαμε σε ένα μικρό καφέ στο Παγκράτι. Ο Άρης ήταν όπως τον θυμόμουν – γελαστός, ζεστός, αλλά στα μάτια του υπήρχε μια θλίψη.
«Γιατί τώρα;» τον ρώτησα.
«Γιατί ποτέ δεν σε ξέχασα», απάντησε σιγανά.
Η συζήτησή μας κράτησε ώρες. Μιλήσαμε για τα πάντα – για τα όνειρά μας, για τις απογοητεύσεις μας, για τη ζωή που δεν ζήσαμε μαζί.
Όταν γύρισα σπίτι, ο Νίκος με περίμενε στο σαλόνι.
«Πού ήσουν;»
«Με έναν φίλο… Έπρεπε να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα.»
«Και;»
Τον κοίταξα στα μάτια.
«Νίκο… Δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Δεν φταις εσύ – φταίνε όλα αυτά που άφησα πίσω και τώρα με κυνηγούν.»
Ο Νίκος έσκυψε το κεφάλι.
«Θέλεις να χωρίσουμε;»
Τα δάκρυα κυλούσαν χωρίς να το καταλάβω.
«Δεν ξέρω τι θέλω… Θέλω απλώς να ξαναβρώ τον εαυτό μου.»
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα μόνη στον καναπέ. Το πρωί βρήκα τον Νίκο στην κουζίνα να πίνει καφέ σιωπηλός.
«Θα φύγω για λίγο», είπε μόνο.
Έμεινα μόνη με τα λουλούδια και τις σκέψεις μου. Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο:
«Μην αφήσεις τη ζωή σου να περάσει χωρίς να παλέψεις γι’ αυτήν», είπε μόνο.
Τώρα κάθομαι στο ίδιο τραπέζι, κοιτάζοντας τα μαραμένα λουλούδια και αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολο είναι τελικά να διαλέξεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν; Και αν τελικά κανείς δεν σε καταλαβαίνει πραγματικά, μήπως πρέπει πρώτα να καταλάβεις εσύ τον εαυτό σου;