«Όλη μέρα δεν κάνεις τίποτα, το παιδί μόνο κοιμάται και τρώει» – Η δική μου μάχη για κατανόηση ως μητέρα στην Ελλάδα

«Όλη μέρα δεν κάνεις τίποτα, Μαρία. Το παιδί μόνο κοιμάται και τρώει. Τι κουράζεσαι;»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, κι ας έχουν περάσει ώρες από τότε που το είπε. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, με τα μάτια μου καρφωμένα στο ταβάνι, ενώ ο μικρός Γιάννης κοιμάται ήσυχα δίπλα μου. Τα χέρια μου τρέμουν από την ένταση και τα δάκρυα καίνε τα μάγουλά μου. Πώς γίνεται να μην βλέπει; Πώς γίνεται να μην καταλαβαίνει;

Η μέρα μου ξεκινάει πριν ακόμα ξημερώσει. Ο Γιάννης ξυπνάει με τα πρώτα φώτα της αυγής, ζητώντας το γάλα του με το κλάμα του να διαπερνάει τους τοίχους του διαμερίσματος μας στην Καλλιθέα. Τον παίρνω αγκαλιά, τον ταΐζω, τον αλλάζω, προσπαθώ να τον ξανακοιμίσω. Κι όταν επιτέλους κλείνει τα ματάκια του, εγώ τρέχω να βάλω ένα πλυντήριο, να μαζέψω τα πιάτα από το βράδυ, να σκουπίσω το πάτωμα που γυαλίζει μόνο όταν το βλέπει η πεθερά μου.

Κι όμως, όταν ο Νίκος γυρίζει από τη δουλειά, με κοιτάει με εκείνο το βλέμμα που με κάνει να νιώθω αόρατη. «Τι έκανες σήμερα;» ρωτάει με αθώα φωνή, αλλά εγώ ακούω πίσω από τις λέξεις του μια κατηγορία. «Όλη μέρα σπίτι είσαι.»

Δεν ξέρει ότι δεν έχω προλάβει ούτε να φάω. Ότι το φαγητό που έφτιαξα κρύωσε γιατί ο Γιάννης έκλαιγε ασταμάτητα. Ότι δεν έχω μιλήσει σε άνθρωπο όλη μέρα, εκτός από τη μάνα μου που με πήρε να μου πει ότι «έτσι είναι η μητρότητα, να κάνεις υπομονή». Δεν ξέρει ότι νιώθω παγιδευμένη σε ένα διαμέρισμα γεμάτο φωνές και σιωπές.

«Μαρία, δεν είσαι η μόνη που έχει παιδί», είπε χθες η πεθερά μου όταν της ζήτησα να κρατήσει τον Γιάννη για μια ώρα να πάω σούπερ μάρκετ. «Εγώ μεγάλωσα τρία παιδιά χωρίς βοήθεια.» Τα λόγια της με χτύπησαν σαν μαχαιριά. Γιατί εγώ νιώθω ότι πνίγομαι; Γιατί νιώθω ότι δεν είμαι αρκετή;

Το βράδυ, όταν ο Νίκος κάθεται στον καναπέ με το κινητό του και εγώ προσπαθώ να κοιμίσω τον Γιάννη για τρίτη φορά, ακούω τη φωνή του: «Έλα, άσ’ τον λίγο να κλάψει. Δεν παθαίνει τίποτα.» Θέλω να ουρλιάξω. Δεν καταλαβαίνει ότι κάθε κλάμα του παιδιού είναι σαν μαχαίρι στην καρδιά μου; Ότι κάθε λεπτό που περνάει χωρίς να μπορώ να τον ηρεμήσω με κάνει να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου;

Μια μέρα, δεν άντεξα. «Νίκο, νιώθω μόνη», του είπα με τρεμάμενη φωνή. «Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να μ’ ακούσεις.» Εκείνος σήκωσε τα φρύδια του, σαν να μην καταλάβαινε τι εννοώ. «Μα τι θες να κάνω; Εγώ δουλεύω όλη μέρα.»

Ένιωσα το χάσμα ανάμεσά μας να μεγαλώνει. Δεν ήταν μόνο η κούραση ή η μοναξιά – ήταν η αίσθηση ότι κανείς δεν βλέπει τον αγώνα μου. Ότι όλοι θεωρούν δεδομένο πως μια μάνα πρέπει να αντέχει τα πάντα χωρίς να παραπονιέται.

Τηλεφώνησα στη φίλη μου τη Σοφία. Εκείνη έχει δύο παιδιά και πάντα ήξερε να με ακούει χωρίς να με κρίνει. «Μαρία, όλες έτσι νιώθουμε στην αρχή», μου είπε. «Αλλά πρέπει να μιλήσεις στον Νίκο ξανά. Να του εξηγήσεις πώς είναι η μέρα σου λεπτό προς λεπτό.»

Το ίδιο βράδυ, κάθισα και έγραψα σε ένα χαρτί τι κάνω κάθε ώρα της ημέρας. Από το τάισμα και το άλλαγμα μέχρι το μαγείρεμα και το καθάρισμα. Το άφησα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.

Το πρωί ο Νίκος το βρήκε. Με κοίταξε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα και μετά είπε: «Δεν ήξερα ότι κάνεις τόσα πολλά.» Δεν ήξερε… Μα πώς θα μπορούσε; Ποιος μιλάει για αυτά; Ποιος παραδέχεται ότι η μητρότητα δεν είναι μόνο χαμόγελα και αγκαλιές;

Η πεθερά μου συνέχισε να κάνει υποδείξεις: «Να μην αφήνεις το παιδί τόση ώρα στην αγκαλιά σου, θα κακομάθει.» Η μάνα μου έλεγε: «Να ξεκουράζεσαι όταν κοιμάται το παιδί.» Μα πότε; Όταν κοιμάται ο Γιάννης, εγώ τρέχω να προλάβω όσα δεν πρόλαβα πριν.

Ένα απόγευμα, καθώς έβλεπα τον ήλιο να δύει πίσω από τις πολυκατοικίες, ένιωσα ένα κύμα θυμού και θλίψης μαζί. Γιατί κανείς δεν μιλάει για τη μοναξιά της μητρότητας; Γιατί όλοι περιμένουν από εμάς τις γυναίκες να είμαστε πάντα δυνατές;

Η Σοφία με κάλεσε για καφέ στο πάρκο. Πήγαμε με τα καρότσια μας και καθίσαμε σε ένα παγκάκι κάτω από τις ελιές. Εκείνη άρχισε να μιλάει για τους δικούς της καβγάδες με τον άντρα της: «Και ο Κώστας τα ίδια λέει… Ότι δεν κάνω τίποτα όλη μέρα.» Γελάσαμε πικρά.

«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» της είπα. «Ότι αν οι άντρες έμεναν μια εβδομάδα μόνοι τους με το παιδί, θα άλλαζαν γνώμη.»

Εκείνη συμφώνησε: «Μια εβδομάδα; Μια μέρα φτάνει!»

Γυρίζοντας σπίτι, βρήκα τον Νίκο στον υπολογιστή του. Ο Γιάννης έκλαιγε στο δωμάτιο του. Πήγα κοντά στον Νίκο και του είπα: «Θέλω μια μέρα για μένα. Να βγεις εσύ άδεια από τη δουλειά και να μείνεις με τον Γιάννη.» Με κοίταξε ξαφνιασμένος.

«Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω», παραδέχτηκε χαμηλόφωνα.

«Ούτε εγώ ήξερα», του απάντησα.

Την επόμενη εβδομάδα πήρε άδεια. Έφυγα το πρωί για μια βόλτα στη θάλασσα μόνη μου – πρώτη φορά μετά τη γέννα που ήμουν μόνη χωρίς το παιδί. Όταν γύρισα το απόγευμα, βρήκα τον Νίκο εξαντλημένο, με τον Γιάννη στην αγκαλιά του και το σπίτι ανάστατο.

«Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νόμιζα», μου είπε σχεδόν απολογητικά.

Ένιωσα ένα μικρό κύμα δικαίωσης αλλά και λύπης – γιατί έπρεπε να φτάσουμε ως εδώ για να καταλάβει;

Από τότε προσπαθεί περισσότερο – αλλάζει πάνες, σηκώνεται τη νύχτα, ρωτάει πώς νιώθω. Δεν είναι όλα τέλεια – ακόμα υπάρχουν στιγμές που νιώθω μόνη ή ανεπαρκής. Αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είμαι αόρατη.

Σκέφτομαι συχνά πόσες γυναίκες γύρω μου περνούν τα ίδια χωρίς να μιλούν. Πόσες μητέρες παλεύουν σιωπηλά για λίγη κατανόηση.

Άραγε θα αλλάξει ποτέ αυτή η κοινωνία ώστε οι μητέρες να μην νιώθουν μόνες στον αγώνα τους; Εσείς τι πιστεύετε; Έχετε ζήσει κάτι παρόμοιο;