Οι Πόρτες που Ποτέ δεν Άνοιξαν: Μάνα στη Βροχή Κάτω από το Παράθυρο του Γιου της
«Άνοιξε, Νίκο… σε παρακαλώ, άνοιξε!» Η φωνή μου πνίγεται στη βροχή, τα χέρια μου τρέμουν καθώς χτυπάω ξανά και ξανά την ξύλινη πόρτα του διαμερίσματός του. Η πολυκατοικία στην Τούμπα μοιάζει να με κοιτάει ειρωνικά, σαν να ξέρει πως αυτή η πόρτα δεν θα ανοίξει ποτέ για μένα. Τα φώτα μέσα είναι σβηστά, ή ίσως απλώς δεν θέλει να με δει.
Στέκομαι εκεί, με τα μαλλιά μου κολλημένα στο πρόσωπο από τη βροχή, και θυμάμαι. Θυμάμαι τον Νίκο μικρό, να τρέχει στην αυλή του πατρικού μας στη Βέροια, να γελάει με τα ξαδέρφια του. Θυμάμαι όμως και τις φωνές. Τον πατέρα του να ουρλιάζει για τα λεφτά που δεν φτάνουν, εμένα να προσπαθώ να κρατήσω το σπίτι όρθιο, να δουλεύω διπλοβάρδιες στο νοσοκομείο και μετά να γυρίζω σπίτι κουρασμένη, χωρίς υπομονή για τα παιδικά του παράπονα.
«Μαμά, γιατί δεν με ακούς ποτέ;» μου είχε πει μια φορά, όταν ήταν δεκατριών. Τότε του φώναξα πως δεν έχει ιδέα τι περνάω. Τώρα καταλαβαίνω πως ούτε εγώ είχα ιδέα τι περνούσε εκείνος.
Η βροχή δυναμώνει. Μια γειτόνισσα βγαίνει στο μπαλκόνι απέναντι και με κοιτάει με απορία. Ντρέπομαι. Μα πιο πολύ ντρέπομαι για όλα όσα δεν είπα ποτέ στον Νίκο. Για τα χρόνια που άφησα να περάσουν χωρίς να του πω «σ’ αγαπώ» ή «συγγνώμη». Για τις φορές που τον έβλεπα να κλείνεται στο δωμάτιό του και εγώ απλώς το δεχόμουν σαν κάτι φυσιολογικό.
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ», μου είπε πριν τρία χρόνια, όταν τσακωθήκαμε άσχημα για τα λεφτά που του ζήτησα για τον πατέρα του. «Όλη σου η ζωή είναι μια θυσία που μας την τρίβεις στη μούρη», φώναξε. Έκλεισε την πόρτα και από τότε δεν την ξανάνοιξε.
Προσπάθησα να τον πάρω τηλέφωνο αμέτρητες φορές. Μου απαντούσε μόνο με ένα ξερό μήνυμα: «Άσε με ήσυχο». Ο άντρας μου πέθανε πέρσι από καρκίνο στο συκώτι. Ούτε τότε ήρθε ο Νίκος στην κηδεία. Η αδερφή μου λέει πως πρέπει να τον αφήσω ήσυχο, πως έτσι είναι τα παιδιά σήμερα – εγωιστές, κλεισμένοι στον εαυτό τους. Μα εγώ ξέρω πως φταίω κι εγώ.
«Μαμά, γιατί δεν γελάς ποτέ;» με είχε ρωτήσει όταν ήταν μικρός. Πώς να γελάσω όταν όλα γύρω μου κατέρρεαν; Όταν ο άντρας μου έχανε τη δουλειά του στο εργοστάσιο και εγώ έπρεπε να γίνω μάνα και πατέρας μαζί; Όταν οι λογαριασμοί στοιβάζονταν και οι φίλοι μας απομακρύνονταν ένας-ένας; Δεν ήξερα τότε πως το παιδί μου χρειαζόταν μόνο ένα χάδι, μια κουβέντα.
Η πόρτα παραμένει κλειστή. Κάθομαι στα σκαλιά και αφήνω τη βροχή να με ποτίσει ολόκληρη. Θυμάμαι τη μέρα που ο Νίκος πέρασε στη Νομική Θεσσαλονίκης – πόσο περήφανη ήμουν! Του είχα αγοράσει ένα ρολόι, το πρώτο του ακριβό δώρο. Εκείνος όμως το άφησε στο συρτάρι και ποτέ δεν το φόρεσε. Ίσως γιατί ήξερε πως το ρολόι δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω το χρόνο.
«Μαμά, θα φύγω από το σπίτι μόλις τελειώσω τη σχολή», μου είχε πει μια μέρα που τσακωθήκαμε για τα πιάτα στον νεροχύτη. Δεν τον πίστεψα – νόμιζα πως όλα θα διορθωθούν μόλις μεγαλώσει. Αλλά τίποτα δεν διορθώθηκε. Μεγαλώσαμε απλώς χώρια.
Ακούω βήματα στη σκάλα. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Μήπως είναι αυτός; Μήπως θα ανοίξει την πόρτα; Είναι μόνο ένας γείτονας που με προσπερνάει βιαστικά, ρίχνοντας μια ματιά γεμάτη λύπηση.
Σκέφτομαι τη ζωή μου – πώς πέρασαν τα χρόνια τόσο γρήγορα; Πώς γίνεται να είμαι τώρα μια γυναίκα μόνη, χωρίς άντρα, χωρίς παιδί; Οι φίλες μου έχουν εγγόνια, γεμίζουν τα σπίτια τους με φωνές και γέλια. Εγώ έχω μόνο σιωπή και αναμνήσεις.
«Νίκο… αν με ακούς… συγγνώμη», ψιθυρίζω στην πόρτα. Ξέρω πως είναι ανώφελο, αλλά το λέω ξανά και ξανά, σαν προσευχή. Θυμάμαι τη μάνα μου – πώς κι εκείνη έκανε λάθη μαζί μου, πώς της κράτησα κακία χρόνια ολόκληρα μέχρι που πέθανε και μετά μετάνιωσα για όλα όσα δεν της είπα.
Η βροχή αρχίζει να κοπάζει. Σηκώνομαι αργά, τα ρούχα μου κολλημένα πάνω μου, τα παπούτσια μου γεμάτα νερά. Πριν φύγω, ακουμπάω το χέρι μου στην πόρτα – σαν να μπορώ έτσι να τον αγγίξω έστω για λίγο.
Κατεβαίνω τα σκαλιά αργά, κάθε βήμα βαραίνει περισσότερο από το προηγούμενο. Στο δρόμο για το σπίτι σκέφτομαι αν θα έρθει ποτέ η μέρα που ο Νίκος θα θελήσει να μιλήσουμε ξανά. Αν θα μπορέσω ποτέ να του εξηγήσω πως όλα όσα έκανα ήταν από αγάπη – μια αγάπη άτσαλη, γεμάτη φόβο και αγωνία.
Το βράδυ ξαπλώνω στο κρεβάτι και κοιτάζω το ταβάνι. Ακούω τη βροχή που συνεχίζει απαλά έξω από το παράθυρο. Σκέφτομαι τον Νίκο – πού είναι τώρα; Είναι καλά; Έχει κάποιον δίπλα του; Θα με συγχωρέσει ποτέ;
Αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω, θα έκανα τα πάντα αλλιώς. Θα τον άκουγα περισσότερο, θα του μιλούσα πιο γλυκά, θα γελούσα μαζί του αντί να τον μαλώνω συνέχεια για πράγματα ασήμαντα.
Και τώρα αναρωτιέμαι: Μπορεί η αγάπη μιας μάνας να σβήσει τα λάθη μιας ζωής; Ή μήπως υπάρχουν πόρτες που δεν ανοίγουν ποτέ;