Η πεθερά δίνει στην κουνιάδα μου λεφτά, ενώ σε εμάς μόνο φαγητό: Γιατί το να βοηθάς κάποιον που δεν βοηθάει ποτέ, είναι άδικο

«Πάλι η μητέρα σου έδωσε χρήματα στην Ελένη; Εμάς ποτέ δεν ρώτησε αν χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω από ένα ταψί γεμιστά!» Πετάχτηκα από το στόμα μου χωρίς να το σκεφτώ. Ο Γιάννης, ο άντρας μου, με κοίταξε όπως πάντα: κάπως με συμπόνοια, κάπως όμως και με θλίψη, σαν να του χαλούσα μια ευλαβική εικόνα που ήθελε να διατηρεί για τη μητέρα του και την αδερφή του.

Ήταν Παρασκευή βράδυ, κι ενώ περίμενα να περάσουμε ένα ήρεμο Σαββατοκύριακο με τη μικρή μας κόρη τη Μαρία στο σπίτι μας στην Καλαμάτα, ο Γιάννης μου ανακοίνωσε «Αύριο φεύγουμε νωρίς για το χωριό. Η μάνα είπε πως χρειάζεται βοήθεια για να καθαρίσουμε το κτήμα. Και θα μαγειρέψει τα αγαπημένα σου.» Μια ρουτίνα που επαναλαμβανόταν κάθε εβδομάδα. Ήταν πια δεδομένο ότι τα Σαββατοκύριακα ανήκαν στους γονείς του. Να βοηθήσουμε στον κήπο, να μαζέψουμε ελιές, να δούμε την πεθερά, να κάνουμε αυτά που δίδαξε η παράδοση πως είναι υποχρέωση της νύφης — κι ας έχω ξεχάσει πότε βγήκαμε τελευταία φορά οι δυο μας μια απλή βόλτα στη θάλασσα, χωρίς σκοπιμότητα.

«Η Ελένη δεν έχει καν παιδιά, ούτε δουλεύει. Της δίνει η μάνα σου λεφτά να τα βγάζει πέρα και δεν εμφανίζεται ποτέ όταν μαζεύουμε ελιές. Κι εμείς που είμαστε συνέχεια δίπλα τους… Τι παίρνουμε τελικά;» ψιθύρισα πιο πολύ στον εαυτό μου. «Μην αρχίζεις πάλι, Αγγελική. Η Ελένη δεν είναι τόσο δυνατή όσο εσύ», απάντησε εκείνος. Άκου να δεις, η δυνατή! Και γιατί δηλαδή τιμωρείται όποιος αντέχει περισσότερα;

Το Σάββατο, φτάσαμε στο χωριό του Γιάννη. Η αυλή ήταν γεμάτη μυρωδιές: λεβάντα, βασιλικός, το χοιρινό που έβραζε από τον πρωί. Η πεθερά μου, η κυρα-Ρούλα, μας υποδέχτηκε με το γνώριμο: «Να ‘στε καλά που ήρθατε, παιδιά μου. Αγγελική, θα μαζέψεις με τον Γιάννη τις ελιές, εγώ θα κάτσω με τη μικρή.» Όλη μέρα μες στα κλαριά, η ρητίνη μού κιτρίνιζε τα χέρια, τα σκέφτομαι και μυρίζω ακόμα το ελαιόλαδο στα νύχια μου.

Μόλις νύχτωσε, μαζευτήκαμε στην τραπεζαρία. Η Ελένη έφτασε τελευταία, με τα μαλλιά σινιόν και τα νύχια βαμμένα. Δεν είχε πατήσει ούτε λεπτό στον κήπο. «Ρούλα, μήπως μπορείς να μου δώσεις λίγα χρήματα για τα ψώνια της εβδομάδας; Δεν πληρώθηκα ακόμα από τη φροντίστρια που βοηθάω κάποιες φορές», είπε με εκείνο το σχεδόν παραπονιάρικο ύφος που πάντα μαλάκωνε την πεθερά. «Ό,τι χρειαστείς, καρδούλα μου», της απάντησε γλυκά, βγάζοντας από την τσάντα της ένα πενηντάευρω.

Η Μαρία, παιδί ακόμα, τραβούσε το μανίκι μου: «Μαμά, γιατί θεία Ελένη δεν βοηθάει;» Έπνιξα έναν αναστεναγμό, προσπαθώντας να μη δείξω τη ζήλια μου ούτε στη μικρή ούτε στους άλλους. «Είναι κουρασμένη, αγάπη μου», της απάντησα, αν και κατά βάθος ήξερα πως αν ήθελε, μπορούσε να βοηθήσει. Οι δικοί μου γονείς, πάντα έλεγαν «το δίκιο δεν το μετράνε στη γειτονιά, πρέπει να το πεις από μόνος σου». Μα στο σόι του άντρα μου, το σιωπηλό σήκωμα των βαρών ήταν αρετή.

Κάθε Δευτέρα, η πεθερά μου μάς γέμιζε με τάπερ, σαν να ήταν το κέρδος μας: φασολάδα, λαδερά, πίτες. Ο Γιάννης ικανοποιημένος — «η μάνα σου πάντα σου δίνει φαγητά χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψεις για μαγειρική, μια χαρά δεν είναι;» Τίποτα όμως για τα οικονομικά πνίξιμο που βίωνε η δική μας οικογένεια. Με δυο μισθούς οριακούς, παιδί στο νηπιαγωγείο, δάνειο για το σπίτι κι όνειρα που τσακίζονταν μπροστά στα καθημερινά γραφειοκρατικά έξοδα.

Η αποκορύφωση ήρθε όταν ο Γιάννης χρειάστηκε συμμετοχή σε μια επαγγελματική επιμόρφωση στην Πάτρα. Έλειπαν 600 ευρώ που δεν είχαμε, αλλά ξέροντας πόσα είχε δώσει η πεθερά στην Ελένη για διακοπές στην Κρήτη, πήρα θάρρος και της ζήτησα βοήθεια. «Δυστυχώς, δεν έχω κάτι παραπάνω αυτόν τον καιρό. Τα βγάζω δεν τα βγάζω πέρα… Αλλά έχω φτιάξει γιουβαρλάκια να πάρετε μαζί σας!» Εκεί στέρεψαν τα λόγια κι από εμένα και τον Γιάννη.

Εκείνο το βράδυ, επέστρεψα σπίτι αποφασισμένη: «Δεν είναι αχαριστία να ζητάς το δίκιο σου, έτσι;» ρώτησα τον άντρα μου. «Και δεν είναι ντροπή να παραδεχτείς τι σε πονάει». Η απάντηση ήρθε αργά τη νύχτα, όταν απολογήθηκε πως αισθανόταν διπλά παγιδευμένος — ανάμεσα στη μητέρα και στην αδερφή, ανάμεσα σε εμένα που αγαπά και μια τάξη πραγμάτων που δεν επιτρεπόταν να τη σπάσει. «Ίσως το λάθος είναι ότι δεν άνοιξα ποτέ κουβέντα μαζί της, Αγγελική…», μου εξομολογήθηκε.

Πέρασαν εβδομάδες προβληματισμού και σιωπής στο σπίτι. Το είπα κι σε μια φίλη στη Λαϊκή: «Γιατί πρέπει πάντα να βάζουμε νερό στο κρασί μας για χάρη της οικογένειας;» μου απάντησε. Ξαφνικά ένιωθα πως όλοι παίζουμε ένα θέατρο που κανείς δεν ξέρει ποιον ρόλο θέλει στ’ αλήθεια. Εγώ έχανα το κουράγιο μου, κάθε φορά που έβλεπα πόσο αβίαστα ελάμβανε η Ελένη, τη στιγμή που εμείς μέναμε με το ταπεράκι στο χέρι. Πού πηγαίνει η αξιοκρατία; Πότε οι προσδοκίες γίνονται κατήφορος;

Κάποια Κυριακή, βρήκα τη δύναμη να το πω μισά σε ερώτηση, μισά σε παράπονο: «Κυρα-Ρούλα, βλέπω ότι πάντα στηρίζετε την Ελένη παραπάνω. Εμείς όμως, που είμαστε εδώ κάθε εβδομάδα… Καμιά φορά νιώθω ότι δεν μετράει αυτό που προσφέρουμε». Εκείνη κατέβασε το βλέμμα – λίγο αμυντική, λίγο έκπληκτη – και ψιθύρισε: «Η Ελένη είναι μόνη. Φοβάμαι πως, αν δεν την βοηθήσω, δεν θα αντέξει. Εσείς έχετε ο ένας τον άλλο.»

Γύρισα σπίτι πιο ελαφριά αλλά και γεμάτη ερωτήματα. Έχει άδικο η πεθερά μου; Είναι άδικο να δίνεις περισσότερα σε αυτόν που νιώθεις πιο αδύναμο, ακόμη κι αν δεν προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του;

«Πόσο πραγματικά κοστίζει η αδικία μέσα στην οικογένεια και τι κάνουμε όταν αγαπάμε αυτούς που μας πικραίνουν; Μήπως αξίζει να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα μας βαραίνουν, έστω κι αν κλυδωνίσει τις οικογενειακές ισορροπίες; Τι πιστεύετε;»