Η Κόρη μου Γεννούσε στην Κουζίνα ενώ ο Γαμπρός μου Έβλεπε Μπάλα – Πώς Χάσαμε τον Εαυτό μας στην Καθημερινότητα

«Μα, γιατί δεν με ακούς; Πεθαίνω από τον πόνο!» Η φωνή της Μαρίας ράγισε τη σιγή του σπιτιού όταν μπήκα στην κουζίνα. Οι πόνοι της γέννας είχαν ήδη ξεκινήσει ώρες πριν κι εγώ, μάνα της, αντί να είμαι παρούσα από την πρώτη στιγμή, τριγυρνούσα πάνω κάτω – πότε μαγείρευα, πότε σκούπιζα, σκέψεις που μ’ έπνιγαν για το αν τα παιδιά μου μεγάλωσαν όπως έπρεπε. Ήταν ένα απόγευμα με υγρασία στο Παγκράτι, εκεί κοντά στο πάρκο Χελντράιχ, που το γνώριζαν οι γειτόνοι για τις φασαρίες των μικρών, για φωνές, ψιθύρους και μικρές οσμές από μαγειρεμένο φαγητό που χωρούσε στο στενόμακρο διαμέρισμά μας.

Στεκόμουν ακριβώς δίπλα στην πόρτα, όταν ούρλιαξε ξανά. «Πάρε τον Πέτρο! Δεν αντέχω άλλο!» Ο Πέτρος… Ο άντρας που διάλεξε να σταθεί δίπλα στη Μαρία μου. Τόσα όνειρα, τόσες προσδοκίες για το ζευγάρι αυτό που είχε φτιάξει τη ζωή του μ’ άλλα μέτρα, με άλλες αξίες, πιο μοντέρνες, όπως έλεγε η Μαρία γελώντας, κατά το ήμισυ πικρά. Τον φώναξα κι εγώ από μέσα μου, με μια φωνή που φαντάζομαι δεν θα έφτανε ποτέ στο σαλόνι. Εκείνος, καρφωμένος στην πολυθρόνα, αφοσιωμένος στη γιγαντοοθόνη, με τα χέρια περασμένα πίσω από το κεφάλι και το βλέμμα του κολλημένο στον Ολυμπιακό.

«Δεν την ακούς;» τον ρώτησα φανερά εκνευρισμένη. «Καλά, τώρα ξεκινάει το δεύτερο ημίχρονο, έχουμε χρόνο!» αποκρίθηκε, ρίχνοντάς μου μια ματιά σχεδόν ενοχλημένη, σαν να πατούσε πάνω του κάποια παλιά κακιά συνήθεια – την αδιαφορία. Ένιωσα μια σκοτεινιά να με πνίγει. Πού πήγε η ευαισθησία; Πού πήγε το πάθος που είχαν κάποτε; Πού πήγε ο άντρας που κοίταζε τη Μαρία με γυαλισμένα μάτια και της έστελνε λουλούδια για το τίποτα;

Εγώ ήμουν μάνα και ήξερα. Εγώ άκουσα το πόνο της Μαρίας μου, ήξερα να διαβάζω κάθε της μορφασμό, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση. Να, ξεκίνησαν οι συσπάσεις, την ώρα που τ’ αγόρια στην τηλεόραση έτρεχαν σαν ξεκούτιανοι πίσω από μια μπάλα. Τη σήκωσα αγκαλιά και με τρεμάμενα βήματα την οδήγησα στον καναπέ της κουζίνας. «Ανάσαινε βαθειά, κορίτσι μου», της είπα.

«Η γιαγιά μου θα ήταν εδώ από την πρώτη ώρα, μάνα, κι εσύ…» έκλαψε, μα δεν της κράτησα κακία. Συγκρατούσα το χάος μέσα μου. Δεν είναι η αγάπη που χάνεται, είναι οι ζωές μας που μαζεύουν σκόνη στον διάδρομο του χρόνου, ξεθωριάζουν. Άραγε, πήρα κι εγώ το βλέμμα από τα παιδιά μου; Μήπως κάπου στη διαδρομή πρόδωσα κι εγώ την οικογένειά μου, όπως ένιωθε τώρα η Μαρία;

Εκείνες τις ώρες, ο πόνος της έγινε και δικός μου. Κράταγα το χέρι της και της σκούπιζα τον ιδρώτα, ενώ άκουγα από μακριά τις επευφημίες για το πέναλτι – χαμηλόφωνες και αδιάφορες για μας, για δυο γυναίκες που παλεύανε με το ίδιο το θαύμα της ζωής. Ήταν σαν να παίζαμε σε δυο παράλληλες πραγματικότητες μέσα στο ίδιο σπίτι· στο ένα δωμάτιο γεννιόταν ζωή, στο άλλο πεθαίνανε οι στιγμές που κάποτε μοιράζονταν σαν ζευγάρι.

Η Μαρία κατάλαβε πως κάτι έτρεχε. «Θέλω τον Πέτρο, αλλά δεν τον νιώθω εδώ…», μου είπε, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα αλλά και προδοσία. Κοίταξα έξω από το παράθυρο· τα φώτα της Αθήνας, τα φώτα του γηπέδου που πάλλονταν τηλεοπτικά στο σαλόνι, κι εγώ ήθελα να σπάσω το τζάμι, να ουρλιάξω. Αντί αυτού, της έπιασα πιο σφιχτά το χέρι.

Κάποια στιγμή, σαν να γύρισε και η γη μαζί με το γκολ. Ο Πέτρος μπήκε στην κουζίνα, έσκυψε κοντά μας. «Θα τα καταφέρεις, αγάπη μου;» Η φωνή του ήταν ξένη, μια δήθεν προσπάθεια παρουσίας. Η Μαρία δεν του απάντησε. Το μόνο που ρώτησε ήταν: «Τι έληξε το ματς;» Αυτή η πίκρα στο στόμα της με πλήγωσε περισσότερο από τον πόνο της γέννας.

Οι ώρες περάσανε βασανιστικά αργά. Δεν θέλαμε να πάει στο νοσοκομείο—φοβόταν τον Covid, ήταν και οι εξετάσεις, τα πρωτόκολλα, οι μάσκες, οι άγνωστοι γιατροί. Κι εγώ, ανίκανη να πω το σωστό, να διατάξω ως άλλη μάνα τις γυναικείες μας τύχες, απλά έμεινα εκεί. Για πρώτη φορά, ένιωσα βαθιά ότι αυτό που μας καταστρέφει δεν είναι τα μεγάλα χτυπήματα της ζωής, αλλά τα μικρά καθημερινά. Η αδιαφορία. Η σιωπή. Οι φωνές που πνίγονται πίσω από μια πόρτα τηλεόρασης.

Γεννήθηκε με ξημέρωμα στο τραπέζι της κουζίνας η μικρή Άννα. Ματωμένα λευκά σεντόνια, μια γειτόνισσα να βοηθά αμίλητη, κι η Μαρία να κλαίει, όχι μόνο από τον σωματικό πόνο, αλλά από όσα δεν ειπώθηκαν μήνες τώρα. Ο Πέτρος στεκόταν παράμερα, τα μάτια του κολλημένα στο μωρό, σχεδόν τρομαγμένα. Τα δάκρυα της Μαρίας ανακάτευαν ενοχή και ανακούφιση.

Το ίδιο βράδυ, όταν όλοι αποκοιμήθηκαν, εγώ δεν άντεξα και σηκώθηκα. Περπάτησα στο μικρό μπαλκόνι της κουζίνας, κάπνισα ένα παλιό τσιγάρο που βρήκα στο κουτί – η πρώτη μου φορά μετά από είκοσι χρόνια. Αναρωτιέμαι τι πήγε λάθος. Αν τα παιδιά μας μεγαλώσανε με περισσότερα πράγματα αλλά λιγότερη αγάπη, αν τα τηλεοπτικά ματς, οι δουλειές, ο πυρετός της επιβίωσης στην Ελλάδα του σήμερα μας έκλεψαν το να αισθανόμαστε, το να νοιαζόμαστε πραγματικά.

Η Μαρία με πλησίασε το ξημέρωμα, άθλια αλλά ευγνώμων. «Μάνα, φοβήθηκα πολύ… Όχι μόνο για το μωρό. Για μένα, για τη ζωή μου. Γιατί νιώθω τόσο μόνη;» Είχε δίκιο να φοβάται. Κι εγώ αυτή τη μοναξιά, τη βαθιά, γυναικεία, την αναγνώρισα σαν παλιά αρρώστια.

Σήμερα, γράφοντας αυτά τα λόγια, νιώθω πως όλοι χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας στην καθημερινή φθορά. Ο άντρας που κάποτε αγαπήσαμε γίνεται ξένος. Τα παιδιά μας γίνονται γυναίκες και παλεύουν με τις ίδιες ενοχές και φόβους που φέραμε κι εμείς. Και εγώ, εδώ, να αναρωτιέμαι: Πώς τα αφήσαμε όλα αυτά να συμβούν; Είναι αργά για να βρούμε ξανά ο ένας τον άλλο; Θα ξυπνήσει ο κόσμος μας πριν να είναι πολύ αργά;

Τι σημαίνει να είσαι γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα, όταν ακόμα γεννάμε μέσα στην κουζίνα, με τη μοναξιά για συνοδό;